Πέμπτη, 16 Ιουλίου 2015

Μια κλεφτή ματιά στο "Ελληνικό Πρόβλημα"


Τα πράγματα είναι πιο απλά, λιγότερο δραματικά, περισσότερο κοντά στα μέτρα των ανθρώπων από όσο ίσως δείχνουν.
1. Το ελληνικό χρέος είναι μη βιώσιμο και αν δεν κουρευτεί σημαντικά, δεν πρόκειται να αποπληρωθεί. Αυτό το ξέρουν ως και οι πέτρες αλλά η συνισταμένη των πολιτικών ισορροπιών ανά την Ευρώπη, δεν επιτρέπει να ανοίξει και να κλείσει επιτυχώς μια τέτοια συζήτηση. Τουλάχιστον, όχι ακόμα.
2. Η αντιμετώπιση κρίσης χρέους, δανεισμού, ρευστότητας μιας χώρας με ιδιαιτερότητές - εν προκειμένω της δικής μας -  η οποία συμμετέχει σε μια νομισματική ένωση είναι ένα καινούργιο πεδίο για τους οικονομολόγους και για τους θεσμούς οι οποίοι έχουν αναμιχθεί στην προσπάθεια επίλυσης του προβλήματος.
3. Η μέθοδος που επιλέχθηκε είναι ένας συνδυασμός κλασσικών έτοιμων λύσεων από τα ράφια του ΔΝΤ προσαρμοσμένων στη Γερμανική λογική της αυστηρής λιτότητας και της υποταγής όλων των δημοσιονομικών μεγεθών στην απαγόρευση ελλειμμάτων.
4. Οι λύσεις αυτές – αν εξαιρέσουμε το χρέος και τη βιωσιμότητά του - αποδίδουν μακροχρόνια αλλά απαιτούν θυσίες σε βάθος τουλάχιστον μιας γενιάς και «βίαιης» προσαρμογής προς τα κάτω της κοινωνίας. Δεν επιδέχονται δε καμιά παρέκκλιση.
5. Σε ευμετάβλητες και μη προσαρμοστικές κοινωνίες με ένα εντελώς στρεβλό τρόπο οργάνωσης και ένα μη ώριμο πολιτικό σύστημα, λύσεις σαν τις παραπάνω, μάλλον αποτυγχάνουν. Η πενταετής πορεία και η ανάγκη για τρίτο μνημόνιο απλά το αποδεικνύουν.
6. Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένας δυσκίνητος γραφειοκρατικός μηχανισμός ενώ το ΔΝΤ είναι ένα ετοιματζίδικο με 4 – 5 μοντελάκια. Ο συνδυασμός των δυο κάνει τα πράγματα τραγικά αλλά ορίζει και το πεδίο εντός του οποίου μπορεί να κινηθεί η χώρα. Αυτό έχουμε, από αυτό θα «ψωνίσουμε». Μπορούμε βέβαια να διαδηλώνουμε την «άλλη άποψη» με την ελπίδα ότι ίσως, κάποια στιγμή στο μέλλον κάτι να αλλάξει. Αν αλλάξει, να είστε σίγουροι ότι οι θεσμοί θα υιοθετήσουν πολιτικές προς τη σωστή κατεύθυνση προσπαθώντας να απαλύνουν τη ζημιά. Είναι και προς το συμφέρον τους.
7. Ο Τσίπρας με το Βαρουφάκη δοκίμασαν να επιβάλουν τώρα την αλλαγή στους θεσμούς. Όπως ήταν αναμενόμενο, απέτυχαν. Ο Βαρουφάκης επιχείρησε να τραβήξει τη θεωρία του κι άλλο στα άκρα, παραβλέποντας μια παράμετρο που ήταν στη βάση της ρητορικής της αριστεράς, ότι δηλαδή πίσω από τις θεωρίες υπάρχουν άνθρωποι και ότι κάθε απόφαση επηρεάζει όχι ιδεολογίες και ιδεολογήματα αλλά τη ζωή ανθρώπων.
8. Η ελληνική πλευρά εξακολουθεί να αντιμετωπίζει το πρόβλημά της χωρίς να το αντιμετωπίζει. Το αφήνει δηλαδή εξολοκλήρου στα χέρια των πιστωτών. Καμιά πραγματική συζήτηση δεν γίνεται παρά μόνο σε πολύ κλειστές ομάδες και σε στενούς κύκλους. Στο δημόσιο διάλογο, κυριαρχεί η δαιμονοποίηση απόψεων, η οπαδική αντιμετώπιση του "άλλου", η έγνοια για μεγιστοποίηση της κομματικής επιρροής. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιούνται ψευτοδιλήμματα και ψευδεπίγραφες όσο και επιφανειακές διαχωριστικές γραμμές: πότε μνημόνιο – αντιμνημόνιο, πότε ευρωπαϊστές – αντιευρωπαϊστές.
9. Το πολιτικό σύστημα βρίσκεται ήδη σε αδιέξοδο και η επιστροφή σε σχήματα του παρελθόντος μοιάζει μονόδρομος. Έτσι, ξαναζεστενέται η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ με τις παραφυάδες του, τα μικρότερα - δορυφορικά κόμματα και περιμένουν την επiστροφή ΣΥΡΙΖΑ στο χώρο του, το 4%. Μεταβατικά, θα δημιουργηθεί ένα νέο ασταθές μείγμα - χώρος, χωρίς ιδεολογικό υπόβαθρο και χωρίς συνεκτικό ιστό, που θα εκφράζει έναν έντονο ευρωσκπεπτικισμό αλλά θα έχει ανάγκη να διαφοροποιηθεί από το ΚΚΕ, την χρυσή αβγή και την ακαμψία των αρσιτερίστικων σχημάτων που θα αποκόπτονται από τη φούστα του ΣΥΡΙΖΑ.

Τρίτη, 14 Ιουλίου 2015

...πολιτικών εξελίξεων

Πίνακας της Margarita Chigina
Έγραφα το περασμένο Σάββατο: «Αν εξαιρέσουμε όλους αυτούς που ακόμα και σήμερα προβλέπουν την καταστροφή, οι περισσότεροι έχουν την αίσθηση ότι βρισκόμαστε ένα βήμα από τη σωτηρία της χώρας. Λάθος. Βρισκόμαστε ένα βήμα πριν από την τελευταία ευκαιρία να κάνουμε όλα εκείνα που πρέπει για να σωθεί η χώρα».
Δεν είμαι βέβαιος ότι η συμφωνία σημαίνει και λήξη της όποιας διαπραγμάτευσης, καθώς υπάρχουν ακόμα στα χέρια των πιστωτών εργαλεία άσκησης πίεσης που αμφιβάλλω αν θα χρησιμοποιηθούν με σύνεση. Η φημολογία για IOUs αλλά και η πιθανότητα να μη «βρεθεί» τρόπος αντιμετώπισης του προβλήματος ρευστότητας της χώρας ενισχύουν μια τέτοια άποψη και ωθούν πολλούς σε δεύτερες και τρίτες σκέψεις επί του αποτελέσματος της πολύωρης τελευταίας συνόδου και επί των προθέσεων πολλών εκ των συμμετεχόντων.
Δεν είμαι επίσης βέβαιος ότι το εγχώριο πολιτικό προσωπικό που σήμερα μπορεί να σχηματίσει πλειοψηφίες στη Βουλή είναι έτοιμο και ικανό να κάνει όλα εκείνα που πρέπει ώστε η συμφωνία να εφαρμοστεί, τουλάχιστον από την πλευρά μας. Το εύχομαι αλλά δεν είμαι βέβαιος.
Το μόνο σίγουρο είναι ότι ο εν εξελίξει αναβρασμός στο εκλογικό σώμα θα ωθήσει σε σαρωτικές αλλαγές το πολιτικό σκηνικό σε βάθος εξαμήνου.
Ήδη έχουν δρομολογηθεί γεγονότα στην αξιωματική αντιπολίτευση που επηρεάζουν και άλλους χώρους, κυρίως μέσω μετακινήσεων ατόμων που ιδεολογικά ή για λόγους εκλογικής τακτικής και πολιτικών σκοπιμοτήτων τοποθετούνται φιλικά ή κοντά σε κομμάτια ή πρόσωπα της ΝΔ. Αναφέρομαι σε φιλελεύθερες, μετριοπαθείς, «πεφωτισμένες» φωνές οι οποίες αυτή τη στιγμή κινούνται στο χώρο του μετριοπαθούς φιλοευρωπαϊκού μεταρρυθμιστικού κέντρου και που στις τελευταίες εκλογές στήριξαν φανερά ή στα σιωπηλά τη ΝΔ.
Οι φωνές αυτές θα έβλεπαν με καλό μάτι την συνεργασία με τη ΝΔ, εφόσον η ηγεσία που θα προκύψει θα κινείται κοντύτερα ή θα έχει αναφορές στο κέντρο παρά στη λαϊκή δεξιά. Αν οι εξελίξεις δεν είναι αυτές που επιθυμούν, δεν είναι διόλου απίθανο να επιχειρήσουν τη δημιουργία πολιτικού σχήματος που θα καλύπτει ακριβώς το κενό της κεντροδεξιάς κάτω από την ηγεσία προσώπων που δεν έχουν φθαρεί από την παρουσία τους στην κεντρική πολιτική σκηνή.
Οι παραπάνω εξελίξεις δεν θα αφήσουν ανεπηρέαστο το Ποτάμι και διόλου απίθανο να σαρώσουν ένα σημαντικό κομμάτι στελεχών του, ιδίως το προερχόμενο από τον χώρο της Δράσης του κ. Σκυλακάκη και τους Τζιμερικούς ενώ δεν αποκλείεται να εγκλωβίσουν – χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια – τμήμα των ανανεωτικών της αριστεράς το οποίο απλά θέλει να βρίσκεται όσο πιο μακριά μπορεί από τον Συριζα και τους ψηφοφόρους του.
Στον αντίποδα, παρά τους ευσεβείς πόθους πολλών (του συγγραφέως συμπεριλαμβανομένου), η επανασύσταση της μεγάλης ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας δεν θα είναι εύκολη υπόθεση καθώς τα τραύματα από εμφύλια πυρά, είναι πρόσφατα, βαθιά και δύσκολα επουλώνονται. Παρ’ όλα αυτά, είναι μονόδρομος και νομοτέλεια να συμβεί και θα πράττουν σοφά όσοι εργάζονται ενεργά προς αυτή την κατεύθυνση.

Μεγάλο πρόβλημα της σοσιαλδημοκρατίας – πέρα από τους τόνους χολή που έχει χυθεί και πέρα από την τοξικότητα προσώπων και πολιτικών πρακτικών - παραμένει η θέση της απέναντι σε μνημονιακές πολιτικές. Έχει επικρατήσει η άποψη ότι για να εφαρμοστεί ένα πρόγραμμα προσαρμογής που επιβάλλεται από τις συνθήκες και την πραγματικότητα, ένα μνημόνιο δηλαδή, πρέπει το κόμμα να συμφωνεί με αυτό και να του αρέσει. Δεν είναι καθόλου έτσι. Σαφώς υπάρχουν μέτρα που άνετα θα τα ενέτασσε ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα στο πρόγραμμά του – όπως η αποπολιτικοποιήση της δημόσιας διοίκησης, αλλά και άλλα τα οποία θα αναγκαστεί να υλοποιήσει απλά γιατί είναι εθνικές δεσμεύσεις και γιατί αποτελούν τμήμα του προγράμματος σωτηρίας της χώρας, όπως οι μειώσεις μισθών ή συντάξεων. 
Όσο περνά ο καιρός και βαδίζουμε προς το φθινόπωρο και στις πρώτες αξιολογήσεις εφαρμογής της 3ης συμφωνίας, οι γραμμές της σοσιαλδημοκρατίας θα πυκνώνουν από ψηφοφόρους και στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ και η ταχύτητα απορρόφησης των κραδασμών από αυτό το γεγονός θα καθορίσει και την ταχύτητα των εξελίξεων στο χώρο, εξελίξεων που θα επηρεάσουν όλα τα κομμάτια του παλαιού ΠΑΣΟΚ, τμήμα της ανανεωτικής αριστεράς, το χώρο της οικολογίας και το πολιτικοποιημένο τμήμα του Ποταμιού. 

Σάββατο, 11 Ιουλίου 2015

άρσις στρεβλώσεων #1


Οι σημερινοί νέοι, ακόμα και οι λιγότερο νέοι, βλέπουν τον συνδικαλισμό σαν ένα μάτσο κρατικοδίαιτους τεμπέληδες που διεκδικούν διαρκώς περισσότερα αν και αμείβονται καλά,  που παρασιτούν στην εξουσία όταν δεν την ασκούν, που αδιαφορούν για την καθημερινότητα των πολιτών όταν πρόκειται να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα του κλάδου τους.  Αγνοούν παντελώς την ύπαρξη του συνδικαλισμού του ιδιωτικού τομέα ή, όταν τον συναντούν, τον ταυτίζουν με το αυστηρό πρόσωπο και τον ξύλινο έως υστερικό λόγο του ΚΚΕ. Οι παλιότεροι έχουν ταυτίσει το συνδικαλισμό με την αριστερά και έχουν επίσης ζήσει ή βιώσει τις διώξεις του κράτους προς αμφότερους συνδικαλιστές και αριστερούς.
Εκεί ακριβώς, στον ανορθόδοξο, βίαιο, ψυχοφθόρο τρόπο ενηλικίωσης της εγχώριας αριστεράς μέσα από συνεχείς διώξεις, φυλακίσεις, εξορίες, απαγορεύσεις, θανάτους οφείλονται πολλές από τις συνολικές στρεβλώσεις της ελληνικής κοινωνίας.
Όταν, το 1981 και μετά, το ΠΑΣΟΚ προσπάθησε να θεσπίσει κάποιες αλλαγές που θα έφερναν το ελληνικό κράτος βήματα κοντύτερα στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές δημοκρατίες, υπακούοντας στην αγωνία και τις επιταγές όσων επί σειρά ετών είχαν στερηθεί τη φωνή τους, αυτών δηλαδή που σε μια πολύ γενική και μάλλον αυθαίρετη ταξινόμηση κάποιος θα ονόμαζε «αριστερούς», μαζί με την κατοχύρωση της συνδικαλιστικής ελευθερίας, έβαλε τον συνδικαλισμό – τους συνδικαλιστές δηλαδή – να συνδιοικούν σχεδόν στο σύνολο των οργανισμών και των νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα.
Αυτή η απόφαση, που τότε φαινόταν αρκούντως (και με το παραπάνω) αριστερή, μετέτρεψε τον συνδικαλισμό σε γραφειοκρατικό μηχανισμό εξυπηρέτησης μικροσυμφερόντων, προσωπικών στρατηγικών, προθάλαμο της εξουσίας. Τον κατέστησε επιρρεπή στη διαφθορά και άντρο διαπλοκής και πολιτικών συναλλαγών.
Την ίδια πορεία είχαν ή ακολούθησαν όλοι οι κρατικοδίαιτοι συνδικαλιστικοί φορείς που κρύβονται πίσω από επιμελητηριακές δομές, έχουν χαρακτήρα ΝΠΔΔ και μερικοί εξ αυτών λειτουργούν με δημόσιο χρήμα. Στον ίδιο ολισθηρό δρόμο  κινήθηκαν επίσης όλοι οι συντεχνιακοί φορείς κλειστών, μονοπωλιακών, προνομιούχων επαγγελμάτων, ακολουθώντας το γενικότερο ρεύμα.
Περιττό να πούμε ότι τα αστικά κόμματα, κυρίως η ΝΔ, μια χαρά εκμεταλλεύτηκαν την νέα ευκαιρία χειραγώγησης ψήφων και εξέθρεψαν το συνδικαλιστικό έκτρωμα με το οποίο είμαστε αντιμέτωποι σήμερα.

Οι όψιμοι της πολιτικής που έρχονται με εφόδιο τα «ένσημα της πραγματικής οικονομίας», πετούν το πυροτέχνημα ότι ο συνδικαλισμός σε μια σύγχρονη κοινωνία δεν χρειάζεται ή είναι αναχρονισμός και οι καινοφανείς υποτίθεται αυτές απόψεις, απλώνονται σαν λεκές σε ένα πρόθυμο να ακούσει κοινό, γιατί έχει ταυτίσει τον συνδικαλισμό με αυτό που βλέπει.
Οι ώριμοι της Πολιτικής, γνωρίζουν ότι ο συνδικαλισμός έχει προβλήματα αλλά δεν είναι πρόβλημα. Το πρώτο βήμα εξυγίανσης του συνδικαλισμού αλλά και του συνόλου της κοινωνίας των πολιτών είναι να κοπεί ο ομφάλιος λώρος ανάμεσα σε αυτόν και την άσκηση εξουσίας.
Ο συνδικαλισμός, διεκδικεί, οργανώνει, απαιτεί, μελετά, προτείνει, προασπίζει και υπερασπίζεται δικαιώματα, αμοιβές, συνθήκες εργασίας. Ο συνδικαλισμός διαδηλώνει τη γνώμη του, την θέλησή του και τα κάνει όλα αυτά ελεύθερα στο πλαίσιο των κανόνων λειτουργίας του κράτους.  Η δύναμή του, η δράση του, η εξουσία του σταματά στον προθάλαμο της διοίκησης. Ο συνδικαλισμός δεν (πρέπει να) διοικεί.


Η διοίκηση συμβουλεύεται τον συνδικαλισμό, ακούει τη γνώμη του, την σέβεται, την συνεκτιμά με άλλες ή με άλλα δεδομένα και αποφασίζει. Αν θελήσει να τον ευνουχίσει, τον καθίζει στο τραπέζι του ΔΣ. 

Τα μέλλοντα κυοφορούνται στο παρόν.

Αν εξαιρέσουμε όλους αυτούς που ακόμα και σήμερα προβλέπουν την καταστροφή, οι περισσότεροι έχουν την αίσθηση ότι βρισκόμαστε ένα βήμα από τη σωτηρία της χώρας. Λάθος. Βρισκόμαστε ένα βήμα πριν από την τελευταία ευκαιρία να κάνουμε όλα εκείνα που πρέπει για να σωθεί η χώρα.
Το 3ο πακέτο οικονομικής στήριξης της χώρας και η συμφωνία που θα το συνοδεύει θα είναι σκληρό, άδικο, θα εμπεριέχει μέτρα δυσβάσταχτα για το λαό, ανάλγητα, θα υποτιμήσει περαιτέρω την αγοραστική δύναμη, θα αλλάξει προς τα κάτω για μια ακόμα φορά το σημείο ισορροπίας της αγοράς, θα αυξήσει την ανεργία - το τελευταίο θα είναι μάλλον αποτέλεσμα των λανθασμένων πρόσφατων κυβερνητικών χειρισμών, αν και φοβάμαι ότι ήταν επιθυμία και των δανειστών - θα προκαλέσει προσωρινή ύφεση, θα προκύψουν κονδύλια που μπορεί να πυροδοτήσουν ανάπτυξη αν χρησιμοποιηθούν σοφά και, θα είναι το τελευταίο. Κανείς από τους δανειστές δεν θα μπορέσει ξανά να επιτρέψει την κατάσταση να φτάσει σε αυτό το σημείο. Θα προστατεύσουν την επένδυσή τους πριν φτάσουμε ξανά στην "τελευταία στιγμή", οι όροι και οι ενδιάμεσοι έλεγχοι θα είναι αυστηροί.
Σε περίπτωση αποτυχίας δεν μπορώ πραγματικά να φανταστώ τις συνέπειες. Πόσο δηλαδή χαμηλά και πίσω θα φτάσει ο λαός αυτής της χώρας μετά από περίπου 7 χρόνια συνεχόμενων θυσιών επί ματαίω. Ο επόμενος φυσιολογικός σταθμός θα είναι η έξοδος από το ευρώ, έξοδος που πρέπει να προβλεφθεί νομικά τώρα από τους 28 ώστε να αποφευχθούν στρεβλώσεις στον χαρακτήρα της ΕΕ, και θα είναι το μόνο εύκολο.
Το τρίτο πρόγραμμα, θα είναι η τελευταία μας ευκαιρία. Πρέπει να τεθούν τα σωστά ερωτήματα και να δοθούν οι κατάλληλες απαντήσεις, πέρα από ιδεοληψίες, εμμονές, φανατισμούς. Με γνώμονα το μέλλον και με το βλέμμα στο παρόν, με σοφή ανάγνωση της καθημερινότητας και της εκάστοτε συγκυρίας, με ταχεία κάλυψη των κενών στον τρόπο οργάνωσης του κράτους, χωρίς ταξικούς, κοινωνικούς, ιδεολογικούς αποκλεισμούς, με αλληλεγγύη και καίριες παρεμβάσεις, μπορούμε να το βγάλουμε σε πέρας επιτυχώς και στην έξοδο να υπάρχει ελπίδα.
Είμαι βέβαιος ότι ο δικός μου πολιτικός χώρος, η σοσιαλδημοκρατία, εμβολιασμένη με τις ιδέες της αειφορίας από την οικολογία, με τις κοινωνικές αντιστάσεις που κουβαλά η ανανεωτική αριστερά και τον οικονομικό ρεαλισμό των φιλελεύθερων, μπορεί και τα ερωτήματα να θέσει και τις απαντήσεις να δώσει στις προκλήσεις της εποχής. Μπορεί επίσης να συνεργαστεί με όλους τους πολιτικούς χώρους όταν η εθνική ανάγκη το απαιτήσει. Αρκεί να υπερβεί εγωισμούς, μικρότητες, υποκειμενισμούς. 

Τρίτη, 7 Ιουλίου 2015

Τι να περιμένουμε τις επόμενες μέρες

photo and art by Richard Baxter
Η εκλογική διαδικασία τελείωσε και το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος είναι πλέον ένα γεγονός. Η επόμενη μέρα πέρασε και, ευτυχώς, φαντάσματα αδελφικού διχασμού που πλανήθηκαν απειλητικά πάνω από την πολιτική μας ζωή δείχνουν να βρίσκονται σε ύφεση. Σε διαδικασία κατάρρευσης βρίσκονται και μια σειρά οπαδικοί μύθοι: της δυνατότητας επίλυσης προβλημάτων χρέους με μαγικό τρόπο και χωρίς θυσίες, της υπερεκτίμησης των δυνάμεων και των δυνατοτήτων της χώρας, της μετάθεσης των ευθυνών, ότι ένα κόμμα απεργάζεται την καταστροφή της χώρας με σχέδιο - μπουρλότο και άλλοι. Η διαδικασία αυτή είναι περισσότερο χρονοβόρα, καθώς τέτοιοι μύθοι είναι πλέον τρόπος σκέψης, νοοτροπία, κουλτούρα.
Το σκηνικό της μεθεπόμενης του δημοψηφίσματος ημέρας βρίσκει τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα αδιαμφισβήτητο κυρίαρχο του πολιτικού παιχνιδιού αλλά ταυτόχρονα αντιμέτωπο με κρίσιμες καταστάσεις οι οποίες μπορεί να καταβαραθρώσουν την δημοτικότητά του και να αμφισβητήσουν την κυριαρχία του εν μια νυκτί.
Σε ιδιωτικές συζητήσεις μου, τον τελευταίο καιρό, είχα προβλέψει ότι ο πρωθυπουργός θα καταφύγει στο συμβούλιο των αρχηγών σε μια ύστατη προσπάθεια να πείσει για τις προθέσεις του, τους εταίρους μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό που πραγματικά δεν περίμενα είναι ότι θα το έκανε μετά από τη μεγαλειώδη νίκη του στο δημοψήφισμα της περασμένης Κυριακής. Από μόνο του το γεγονός αυτό δείχνει ότι ο νεαρός έχει στόφα ηγέτη. Το αν θα είναι τέτοιος στην πορεία, μένει να αποδειχτεί.
Τι έχουμε λοιπόν τώρα; Που στεκόμαστε και τι πρόκειται να γίνει στο εξής;
Κατ’ αρχάς να υπενθυμίσω ότι η Ελλάδα ύστερα από 5 χρόνια σκληρής λιτότητας και βίαιης αναπροσαρμογής της ζωής των πολιτών της με βύθιση κατά 25% του βιοτικού τους επιπέδου - και αυτό κατά μέσο όρο που σημαίνει ότι σε μερικούς αυτή η βύθιση ήταν τραγικά μεγαλύτερη - έχει βγει και τυπικά από 2 (δύο) αποτυχημένες προσπάθειες διάσωσης και βρίσκεται αντιμέτωπη με ασφυξία ρευστότητας η οποία οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στη χρεοκοπία, την περαιτέρω φτωχοποίηση και σε μια πορεία που κρύβει πολλά δεινά τα οποία δεν υπάρχει λόγος να απαριθμήσουμε. Η Ελλάδα σήμερα λοιπόν, αναζητά βοήθεια για τρίτη φορά καθώς - προφανώς - μόνη της δεν μπορεί να τα καταφέρει.
Έχουμε μπροστά μας ένα κρίσιμο και μικρό χρονικό διάστημα, στο οποίο θα πρέπει να ληφθούν σημαντικές αποφάσεις, να τεθούν και απαντηθούν διλήμματα, να αντιμετωπισθούν προκλήσεις και εκβιασμοί ώστε τελικά να φτάσουμε σε μια συμφωνία χρηματοδότησης των αναγκών μας. Ούτε η πορεία ούτε η συμφωνία είναι ή μπορεί να είναι εύκολοι στόχοι. Στο σύντομο αυτό χρονικό διάστημα, πολλές φορές θα δοκιμαστεί η εσωτερική ενότητα και θα απαιτηθεί ψυχραιμία και καλή πίστη.
Για πρώτη φορά - και δεν εξετάζουμε εδώ γιατί αυτό συμβαίνει πρώτη φορά, δεν υπάρχει κανένας μα κανένας λόγος να τορπιλισθεί αυτή η επιτυχία - εδώ και πέντε χρόνια έλληνες πολιτικοί ηγέτες - αρχηγοί κομμάτων που εκπροσωπούν τη συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού και της βουλής,  έχουν συμφωνήσει σε ένα ελάχιστο, κοινό πλαίσιο και έχουν εξουσιοδοτήσει τον πρωθυπουργό να μεταβεί στις Βρυξέλλες κουβαλώντας μαζί του ως όπλο την εγγύηση της εθνικής συνεννόησης. Το γεγονός αυτό διευκολύνει αφάνταστα την διαπραγματευτική δυνατότητα της χώρας και διευκολύνει τους εταίρους και δανειστές να αποδεχτούν διαβεβαιώσεις και εγγυήσεις της ελληνικής πλευράς.
Μιας ελληνικής πλευράς η οποία, σε συντριπτικό πάλι ποσοστό, διαβεβαιώνει με τον πλέον επίσημο τρόπο για την αταλάντευτη πίστη της στην Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά και την θέλησή της να παραμείνει στη ζώνη του ευρώ και ότι θα εργαστεί για τη σταθερότητα και τους ενός και του δεύτερου οικοδομήματος. Μια από τις προκλήσεις στις οποίες θα κληθεί να απαντήσει η ελληνική πλευρά σε αυτό το σύντομο και έντονο χρονικό διάστημα θα κρύβεται ακριβώς πίσω από τις γραμμές αυτής της διαβεβαίωσης σε περίπτωση που της ζητηθεί να θυσιάσει τη δική της παρουσία στον σκληρό πυρήνα της Ευρώπης στο όνομα της υγείας και της σταθερότητας του εγχειρήματος. Μένει να το δούμε και να το αντιμετωπίσουμε όταν και αν το δούμε.
Η τελευταία δυσκολία που έχει να αντιμετωπίσει η ελληνική κυβέρνηση είναι να ξεπεράσει τη δυσπιστία απέναντί της, που η ίδια έχτισε με ιδιαίτερη επιμέλεια το πεντάμηνο που μας πέρασε αλλά και τη δυσπιστία ότι η οποιαδήποτε κυβέρνηση στην Ελλάδα είναι διατεθειμένη να εφαρμόσει στο σύνολό της μια συμφωνία - πακέτο και δεν θα επιδοθεί στο συνεχές σαμποτάρισμα εκ των έσω της όποιας προσπάθειας. Δυστυχώς κανείς δεν μπορεί να δώσει αυτές τις εγγυήσεις και το μόνο όπλο είναι εδώ η κοινή παρουσία των πολιτικών αρχηγών.
Αναφορικά με το δημοψήφισμα, η επίδρασή του στο ύψος του όποιου προγράμματος βοήθειας θα είναι από μικρή έως ανύπαρκτη και οποιαδήποτε αναφορά θα γίνεται από εδώ και στο εξής σε ποσά θα είναι εκ του πονηρού, παραπλανητική και για λόγους ψηφοθηρικούς. Αυτό που ελπίζει η κυβέρνηση να κερδίσει με όπλο το δημοψήφισμα είναι κάποια ποιοτική διαφοροποίηση που σημαίνει δικαιότερη μοιρασιά των βαρών που θα κληθούμε όλοι να πληρώσουμε προκειμένου να βγούμε με τις λιγότερες απώλειες από την κρίση. Δεν είναι καθόλου εύκολο με δεδομένη τη σύνθεση της απέναντι ομάδας και την πολιτική κατάσταση στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αναφορικά με το χρέος και την πιθανότητα διαγραφής μέρους αυτού, μάλλον θα πρέπει να αναμένεται μια υπόσχεση ελάφρυνσης ανάλογα με την πορεία υλοποίησης του όποιου προγράμματος και όλοι ελπίζουν ότι αυτή τη φορά οι εταίροι μας και δανειστές μας θα είναι περισσότερο συνεπείς προς τις δεσμεύσεις τους. Οποιαδήποτε προσπάθεια ελάφρυνσης του χρέους σε παρόντα χρόνο και μαζί με την συμφωνία μπορεί να συνοδεύεται με δύσκολες - και ίσως άδικες - καταστάσεις.
Όλα τα παραπάνω πρέπει να συμβούν γρήγορα και για να προλάβουμε χειρότερες καταστάσεις αλλά και πριν προλάβουν να αναπτυχθούν φυγόκεντρες δυνάμεις στο φαινομενικά αρραγές εσωτερικό μέτωπο. Κυριότερα όμως, όσο ο η γλυκειά μέθη της νίκης και το πρόσωπο του Τσίπρα δεν αμφισβητείται από κανένα στο εσωτερικό του έτσι κι αλλιώς πολυσυλλεκτικού και με μικρό βαθμό συνοχής κόμματός του.

Αν όλα πάνε καλά, μέσα στο 2015 θα έχουμε μια συμφωνία που θα μπορούσε να είναι η τελευταία και αν στο δεύτερο και εξίσου δύσκολο κομμάτι της, αυτό της υλοποίησης, η κυβέρνηση Τσίπρα - με αυτή ή άλλη σύνθεση - τα καταφέρει, μάλλον θα μιλάμε για την πρώτη κυβέρνηση τετραετίας σε περίοδο κρίσης. 

Σάββατο, 4 Ιουλίου 2015

Το δημοψήφισμα που τραυματίζει τη δημοκρατία

The blank signature - Rene Magritte

Μεγαλωμένος με τα ιδεώδη της αριστεράς, μιας αριστεράς που τώρα μοιάζει μακρινή, σχεδόν εξωτική, έμαθα ότι οι ψηφοφορίες δεν είναι η πεμπτουσία της δημοκρατίας και καταλήγουμε, θα έλεγα καταφεύγουμε σε αυτές όταν αποτυγχάνει η βάσανος του διαλόγου και της σύνθεσης των διαφορετικών απόψεων. Βέβαια, στις σύγχρονες αστικές δημοκρατίες, διάλογος και σύνθεση ανάμεσα στο σύνολο των πολιτών είναι πρακτικά αδύνατη και οι ομάδες αντιπροσώπων (τα κόμματα), περιχαρακώνονται τόσο εύκολα ώστε η προσφυγή σε εκλογές να έχει γίνει ο κανόνας, ο διάλογος να έχει ουσιαστικά περιορισθεί στην ενημέρωση των κομματικών μονολόγων ή στους μπουγαδοκαβγάδες των τηλεπαραθύρων η δε σύνθεση απόψεων να έχει εξοβελισθεί ή να έχει περιορισθεί σε μια διαδικασία κοπτοραπτικής στο κοινοβούλιο.
Στην περίπτωση του δημοψηφίσματος στο οποίο καλούμαστε αύριο να συμμετέχουμε, από όλη τη  διαδικασία της δημοκρατίας απέμειναν οι τηλεοπτικοί μπουγαδοκαβγάδες και μια εξόχως στρεβλωτική προπαγάνδα η οποία βαφτίζεται «ενημέρωση» στην οποία ολισθαίνουν οικειοθελώς και ευχαρίστως τα ΜΜΕ - με ελάχιστες ατομικές και φωτεινές εξαιρέσεις - ασχέτως από την πλευρά που υποστηρίζουν. Το ελάχιστο χρονικό διάστημα από την εξαγγελία ως την κάλπη, η ασάφεια του ερωτήματος και του τι θα τις ακολουθήσει, κάνουν ακόμα τραγικότερο το σκηνικό στο οποίο καλείται ο μέσος ψηφοφόρος να αποφασίσει με ένα ναι ή ένα όχι, απαντώντας άγνωστο σε ποιο ερώτημα.
Το κλίμα οικονομικής ασφυξίας, η εικόνα των κλειστών τραπεζών, οι περιορισμοί στις αναλήψεις και στη διακίνηση κεφαλαίων, η οποία οδηγεί συνειρμικά σε σκέψεις δυσκολιών στην πρόσβαση σε καταναλωτικά αγαθά και συνεπώς σε καταναλωτική «πείνα», επηρεάζουν δραματικά τόσο τον τρόπο που ο πολίτης σκέφτεται, δρα ή αντιδρά και - τελικά - ψηφίζει και τον επηρεάζουν όχι στη λογική του αλλά στο συναίσθημα. Η επιλογή του τελικά δεν ούτε στο ελάχιστο, προϊόν ελεύθερης επιλογής και η ευθύνη της κυβέρνησης γι’ αυτό, είναι τεράστια. ΤΕΡΑΣΤΙΑ!
Ο στραγγαλισμός της ελεύθερης βούλησης ολοκληρώνεται είτε με την καλλιέργεια μιας ψευδεπίγραφης ηθικής-εθνικής ανάτασης η οποία επ ουδενί στηρίζεται σε πραγματικά δεδομένα, από τη μια και στον βομβαρδισμό με ζοφερές προοπτικές οι οποίες είναι απίθανο να ενσκήψουν ταυτόχρονα ή να λειτουργήσουν αθροιστικά, από την άλλη.
Στο κλίμα αυτό, βάλτε στην κορυφή τη ρητορική περί χούντας ή περί πατριωτών - προδοτών και θα έχετε το μείγμα που οδηγεί μαθηματικά σε ένα δημοψήφισμα, το αποτέλεσμα του οποίου θα ερμηνευτεί κατά το δοκούν από όλους, στο πλαίσιο της μοδάτης «δημιουργικής ασάφειας», θα χρησιμοποιηθεί ευκαιριακά από όλους και θα πεταχτεί στο καλάθι των αχρήστων για να ξεχαστεί το συντομότερο δυνατό ή να αφεθεί στην κρίση της ιστορίας - η οποία εικάζω ότι δεν θα είναι επιεικής απέναντι στην έμπνευση ή στην εκτέλεσή του.

Θα πει κανείς, είναι δυνατό να πάμε σε μια οποιαδήποτε διαδικασία κλεισμένοι σε ατομικές γυάλες προκειμένου να μην επηρεαστούμε; Φυσικά όχι! Το πρόβλημα μας είναι ότι στις προεκλογικές περιόδους των εθνικών ή άλλων εκλογών, πρώτα υπάρχει ο χρόνος να κυκλοφορήσει και να κριθεί η πληροφορία και δεύτερο, έχει αναπτυχθεί η ανάλογη κουλτούρα τόσο στα κόμματα όσο και στα ΜΜΕ. Στην περίπτωση των δημοψηφισμάτων, μαθαίνουμε και δυστυχώς μαθαίνουμε τη χειρότερη εποχή και με το πιο άκυρο ερώτημα ενώ το μέλλον το δικό μας και των παιδιών μας σε βάθος τριών γενεών μπορεί να κριθεί από τη συγκεκριμένη μας απόφαση στην οποία οδηγούμαστε σχεδόν τυφλοί. 

Στο παρά ένα

Mikalojus Konstantinas Čiurlionis- 

Creation of the World III - 1906

Να ‘μαστε λοιπόν, στο παρά ένα, την παραμονή μιας διαδικασίας που όλοι γνωρίζουμε αλλά συμβαίνει σπάνια. Μιας διαδικασίας την οποία πολλοί μισούν επειδή δεν αισθάνονται άνετα όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με διλήμματα και άλλοι επειδή φοβούνται τις συνέπειες του αποτελέσματος.
Στη διάρκεια της σύντομης περιόδου από την αναγγελία ως σήμερα, τέρατα και σκοτεινές καταστροφές  αναζητήθηκαν  στους εφιάλτες μας και μας επιδείχθηκαν ως τρομακτική προοπτική, δρόμοι της κακίας που δεν πρέπει να ακολουθήσουμε, μοιραίες επιλογές ανευθυνότητας έναντι μιας επιλογής η οποία μπορεί να είναι δύσκολη αλλά στο ύψος των ανθρώπων και της ψυχής τους. Και οι δυο πλευρές χρησιμοποίησαν την ίδια πρακτική με διαφορετικά λόγια ή διαφορετική ένταση.
Πόση αλήθεια κρύβεται πίσω από όσα ακούσαμε; Υπάρχει «λογική επιλογή»; Ποιες θα είναι οι πραγματικές συνέπειες της μιας ή της άλλης απόφασης;
Είμαι καλοπροαίρετος άνθρωπος και δεν έχω κανένα λόγο να μην πιστέψω την κυβέρνηση όταν λέει ότι το ερώτημα είναι σαφές, ότι δεν κρύβει τίποτα άλλο πίσω του και ότι η μόνη επιθυμία της είναι να στηριχτεί πάνω στη δύναμη ενός όχι και να διαπραγματευτεί από καλύτερη θέση μια νέα συμφωνία, έναν «έντιμο συμβιβασμό» με τους θεσμούς, την τρόικα, τους δανειστές - χρησιμοποιήστε όποιο όνομα θέλετε.
Τι σημαίνει «έντιμος συμβιβασμός»; Σημαίνει ότι γίνεται αποδεκτό το χρέος και οτιδήποτε προκύπτει ως συνέπεια των συμφωνιών που συνήφθησαν και ζητείται να συνομολογηθεί ένας τρόπος η χώρα μας να ορθοποδήσει. Δεδομένης της κατάστασης και των συσχετισμών στο στρατόπεδο των δανειστών, ο τρόπος της βοήθειας είναι περίπου γνωστός και, ελλείψη άλλης επιλογής, αποδεκτός από την ελληνική πλευρά και περιλαμβάνει δανεισμό με αυστηρούς δημοσιονομικούς και πολιτικούς όρους ενώ δεν αποκλείει μείωση του ύψους του χρέους είτε τώρα είτε στο μέλλον και κάτω από προϋποθέσεις.
Αυτό που η παρούσα κυβέρνηση θέλει να διαπραγματευτεί - κατά τα λεγόμενά της - είναι το μείγμα των μέτρων να επιτρέπει ανάσες ανάκαμψης της οικονομίας από την πρώτη μέρα, να μη στηρίζεται δηλαδή αποκλειστικά στη λιτότητα αλλά να δίνει βαρύτητα και στην κατανάλωση και να μεταφερθεί το κυριότερο βάρος της εξεύρεσης ή της  εξοικονόμησης πόρων, είτε για στήριξη του καταρρέοντος ασφαλιστικού συστήματος είτε για ενίσχυση των κρατικών εσόδων, στις πλάτες των α) εργοδοτών και όχι των ασφαλισμένων και β) στις τσέπες των εχόντων και των επιχειρήσεων. Να πούμε εδώ ότι κανένα μείγμα πολιτικής δεν λύνει μαγικά ένα δύσκολο και πολυπαραγοντικό πρόβλημα όπως το ελληνικό.
Μπορεί λοιπόν η παρούσα κυβέρνηση να διαπραγματευτεί αυτό το καλύτερο μείγμα πολιτικών;
Η κυβέρνηση απώλεσε σχεδόν στο σύνολό του το διαπραγματευτικό δυναμικό που είχε συσσωρεύσει προ των εκλογών και τον πρώτο καιρό της διακυβέρνησής της και απώλεσε τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει πειστικά το χαρτί του ΟΧΙ από τη στιγμή που αναγκάσθηκε να ομολογήσει ακριβώς αυτή τη χρησιμότητά του. Μοιάζει πλέον περισσότερο πιθανό να βρεθεί αντιμέτωπη με αμετακίνητους στις θέσεις τους διαπραγματευτές οι οποίοι θα εκμεταλλευτούν τις τραγικές αδυναμίες της οικονομίας και το γεγονός ότι η κυβέρνηση, με πρακτικά άδεια ταμεία, βρίσκεται στριμωγμένη στα σκοινιά. Το περισσότερο πιθανό λοιπόν να συμβεί είναι να οδηγηθούμε στο βασικό σχέδιο συμφωνίας και να αποδεχτούμε - το έχουμε ανάγκη - ότι μας δοθεί, ελπίζοντας στο μέλλον να το βελτιώσουμε.
Σε περίπτωση που επικρατήσει το ΝΑΙ, οι αλλαγές αναφορικά με τη νέα συμφωνία δεν θα είναι σημαντικά διαφορετικές, ούτε καν χρονικά, αλλά θα επιτρέψει σε οποιαδήποτε κυβέρνηση να εφαρμόσει γρήγορα τις όποιες (σκληρές) πολιτικές ώστε το ίδιο γρήγορα να βρεθούμε κοντά στην πολυπόθητη έξοδο από τη δίνη της κρίσης. Η επικράτηση του ΝΑΙ, θα πυροδοτήσει εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις και θα διαφοροποιήσει το παρόν πολιτικό σκηνικό.
Τι θα συμβεί όμως αν η κυβέρνηση ψεύδεται; Ποιες θα είναι οι εξελίξεις σε περίπτωση που στα σχέδιά της είναι τώρα (ή ήταν εξ αρχής) η έξοδος της χώρας από την ευρωζώνη; Είναι ένα τέτοιο σενάριο απίθανο; Δυστυχώς, η δηλωμένη υποστήριξη της επιστροφής σε καθεστώς εθνικού νομίσματος και μάλιστα με τη μέθοδο του ολοκαυτώματος, σε άσχετο και εξωκυβερνητικό χρόνο από πληθώρα στελεχών της σημερινής κυβέρνησης, οδηγεί κάθε παρατηρητή ή αναλυτή να μην αποκλείει με βεβαιότητα μια τέτοια προοπτική. Με δεδομένη λοιπόν, και σωρευμένη την αντιπαλότητα σε βαθμό εχθρότητας των δανειστών απέναντί της, η συντεταγμένη έξοδος πρέπει να αποκλείεται. Μια άτακτη όμως έξοδος θα κάνει τη σημερινή κατάσταση στο εσωτερικό της χώρας να μοιάζει παράδεισος και η θυσία τουλάχιστον μιας γενιάς στο όνομα ενός αμφίβολου καλύτερου μέλλοντος, δεδομένη. Δεν θα χρησιμοποιήσω τέρατα να περιγράψω το αύριο μιας τέτοιας απόφασης αλλά κανείς εχέφρων δεν θα επέλεγε εκούσια να το ζήσει. Πρόκειται για εφιάλτη που δεν αξίζει ούτε σ’ εμάς ούτε στα παιδιά μας. 

Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2015

Tην Κυριακή θα ψηφίσω «ΝΑΙ» στο δημοψήφισμα

Κρίση. Πέντε χρόνια ισοδύναμα με πόσες κανονικές ζωές, κανονικών ανθρώπων άραγε; Μέσα σε πέντε χρόνια, μελέτησα περιβαλλοντικά την κατασκευή εκ του μηδενός ενός ολόκληρου οικισμού τριών χιλιάδων κατοικιών με απίστευτες υποδομές, ένα έργο ζωής για πολλούς μελετητές, και δεν πληρώθηκα ποτέ γι’ αυτό. Σχεδίασα, ξεκίνησα και έτρεξα τουλάχιστον τρεις υπέροχες επιχειρηματικές ιδέες και καμιά τους δεν κατάφερε να περάσει τα κύματα της κρίσης. Έγραψα κείμενα και έκανα ρεπορτάζ χωρίς να είμαι δημοσιογράφος, για τα οποία αισθάνομαι περήφανος και για τα οποία δεν πληρώθηκα ποτέ. Μελέτησα ολοκληρωμένες λύσεις περιβαλλοντικών προβλημάτων, συμμετείχα σε πολιτικά σχήματα, έκανα κοινωνικό και περιβαλλοντικό ακτιβισμό και να ‘μαι τώρα, ουσιαστικά στο μηδέν και, την Κυριακή, θα ψηφίσω «ΝΑΙ» στο δημοψήφισμα.

Όχι, δεν είμαι ηλίθιος, όχι, δεν αγνοώ το συμφέρον μου, δεν προδίνω την τάξη μου, δεν επικροτώ τους υπεύθυνους των δεινών που συσσωρεύτηκαν στις πλάτες των συμπολιτών μου και της χώρας μου. Δεν νομίζω ότι «μαζί τα φάγαμε», δεν νομίζω καν ότι ο λαός είναι συνυπεύθυνος της πορείας - χωρίς να αρνούμαι την ευθύνη του, απλά ωχριά μπροστά στην ευθύνη όσων είχαν την εξουσία στα χέρια τους ή κινήθηκαν κοντά και γύρω σε αυτή. Δεν αρνούμαι ότι γλιστρήσαμε γλυκά στην επίπλαστη ευδαιμονία, ότι γλεντήσαμε την άγνοια, βολευτήκαμε σε αυτή, αλλά την Κυριακή θα ψηφίσω «ΝΑΙ» στο δημοψήφισμα.

Δεν ξέρω πόσοι θα ψηφίσουν ΝΑΙ την Κυριακή, αλλά, σας παρακαλώ μην συναθροίζετε την ψήφο μου, μη με εξομοιώνετε με όλους. Δεν είμαστε, ευτυχώς, όλοι ίδιοι. Όχι. Γιατί, πώς να το κάνουμε, ποτέ δεν ευχήθηκα ούτε εύχομαι «να ψοφήσει κι η κατσίκα του γείτονα» αλλά, βρε αδερφέ, όταν ψοφούσε η δική μου κατσίκα κάποιοι που σήμερα ψηφίζουν όμοια μ’ εμένα δεν βρήκαν ένα λόγο παρηγοριάς να πουν. Κάθε άλλο! Μου επιτέθηκαν, μου επέρριψαν ευθύνες, με πετροβόλησαν, με χαρακτήρισαν γέλασαν σε βάρος μου και στο τέλος μου έδειξαν τις ουρές των συσσιτίων, μου πρότειναν την ντροπή της κοινωνικής βοήθειας και διαφήμισαν την κατανόηση και την μεγαλοσύνη τους. Κι όταν ήρθε η ώρα να πληρώσει ξανά κάποιος κι εγώ γύρισα να τους κοιτάξω, να τους πω ότι είναι η σειρά τους μου είπαν ότι θέλω «να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα» αλλά εγώ την Κυριακή θα ψηφίσω «ΝΑΙ» στο δημοψήφισμα.

Μη με συναθροίζετε με αυτούς που όταν τους έλεγα ότι η εσωτερική υποτίμηση κατά 30 % και η αντίστοιχη ανεργία δεν είναι απλά νούμερα αλλά υπάρχουν άνθρωποι πίσω τους, με περιγελούσαν για τον «απλοϊκό τρόπο σκέψης μου» και τώρα που τα νούμερα αγγίζουν τα δικά τους συμφέροντα, βγήκαν στα σύρματα και ουρλιάζουν. Μη με συναθροίζετε με αυτούς που επιτέθηκαν στο συνδικαλισμό αλλά αγκάλιασαν τους συνδικαλιστές και τους εργατοπατέρες, μη με συναθροίζετε με αυτούς που δοξάζουν την ελευθερία αλλά καταδικάζουν τους ελευθέρους ανθρώπους, μη με συναθροίζετε με αυτούς που βρίζουν τους πολιτικούς αλλά πέφτουν με τα μούτρα στη μαρμίτα της πολιτικής, μη με συναθροίζετε με αυτούς που καταγγέλλουν τη διαφθορά και τη διαπλοκή των άλλων ενώ τη δική τους την βαφτίζουν λόμπιινγκ και χορηγία, μη με συναθροίζετε με αυτούς που θεωρούν το περιβάλλον must όταν και εφόσον δεν εμποδίζει τις δράσεις τους, με αυτούς που είναι μετριοπαθείς απέναντι στους φίλους και όμοιους και υστερικοί αλήτες απέναντι στους αντιπάλους, γιατί εγώ την Κυριακή θα ψηφίσω «ΝΑΙ» στο δημοψήφισμα.

Και θα ψηφίσω την Κυριακή «ΝΑΙ» στο δημοψήφισμα γιατί δεν πείστηκα ότι το ΟΧΙ θα προστατεύσει το υπέρτερο αγαθό, που είναι η συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Γιατί αν υπάρχει μια πιθανότητα οι καταστραμμένες ζωές μας και οι θυσίες να μην ήταν μάταιες, τότε αυτή περιλαμβάνεται στο ΝΑΙ, όπως εγώ το διαβάζω και το μεταφράζω, γι αυτό την Κυριακή θα ψηφίσω «ΝΑΙ» στο δημοψήφισμα και θα αμφιβάλλω για την απόφαση μου και για την επιλογή μου κάθε στιγμή από εκεί και μετά γιατί αυτή είναι η «καταδίκη» των υπεύθυνων πολιτών: να αποφασίζουν, να ενεργούν αποφασιστικά και να αμφιβάλλουν μετά.

Το ΟΧΙ; Λοιπόν, όχι, δεν συναθροίζω όσους ψηφίζουν όχι. Δεν συναθροίζω όσους το ΟΧΙ τους είναι άρνηση της Ευρωπαϊκής πορείας της χώρας, της Ευρωπαϊκής ιδέας ή του δυτικού πολιτισμού. Δεν συναθροίζω όσους πιστεύουν σε μια άλλη, δημοκρατικότερη Ευρώπη, πιο συμμετοχική, λιγότερο αυταρχική, λιγότερο εκδικητική. Δεν συναθροίζω όσους βλέπουν τους δυνατούς να προωθούν εθνικά τους ή οικονομικά συμφέροντα και να δελεάζουν περιφερειακά κράτη με το ρόλο του επιστάτη ή με την υπόσχεση κάποιου ρόλου. Δεν συναθροίζω τους φασίστες, δεν τους υπολογίζω καν. Δεν συναθροίζω τους μπάχαλους, τους κατ’ επάγγελμα διαμαρτυρόμενους, τους αρνητές, τους συντηρητικούς, τους παρτάκηδες, αλλά την Κυριακή εγώ θα ψηφίσω «ΝΑΙ» στο δημοψήφισμα.  

Γιατί οι άνθρωποι που κλήθηκαν να διαχειριστούν τη φιλοσοφία του ΟΧΙ δεν κατάφεραν ούτε στιγμή να με πείσουν καν για τις προθέσεις τους, να μου τις δείξουν έστω, και υπήρξα καλοπροαίρετος μέχρι παρεξηγήσεως. Γιατί οι χειρισμοί τους οδήγησαν χιλιάδες ανθρώπους σε απόγνωση, αντιμέτωπους με την ανεργία, γιατί εξέθρεψαν μικρά ανθρώπινα δράματα και τώρα μου αραδιάζουν νούμερα αλλά - θυμούνται αλήθεια; - πίσω από τα νούμερα βρίσκονται άνθρωποι, κι εγώ γι’ αυτό, την Κυριακή θα ψηφίσω «ΝΑΙ» στο δημοψήφισμα. Βέβαιος. Ήρεμος. Χωρίς φανατισμό. Κι από την Κυριακή το βράδυ θα αρχίσω ξανά το παιχνίδι των αμφιβολιών

Τετάρτη, 1 Ιουλίου 2015

..του τι ήταν, τι είναι, τι δεον γενεσθαι

Τι ήταν

Ήταν Φθινόπωρο του ’14 όταν η συγκυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου βρέθηκε αντιμέτωπη με την πραγματικότητα, η οποία έλεγε ότι το μνημόνιο 2 – και μαζί του τα λεφτά που το συνοδεύουν – τελειώνει και στις αγορές η Ελλάδα δεν μπορεί να βγει. Όχι μόνο αυτό αλλά ούτε καν τις τελευταίες δόσεις του προγράμματος δεν μπορούσε να εκταμιεύσει, καθώς ήταν παραπάνω από βέβαιο ότι θα κοβόταν στις αξιολογήσεις της τρόικας, αν δεν έπαιρνε νέα μέτρα. Ζήτησε μια μικρή παράταση για να ετοιμάσει ένα πακέτο μέτρων ίσα για να περάσει την τελευταία αξιολόγηση, να πάρει τις δόσεις της και να ετοιμαστεί για τις σκληρές διαπραγματεύσεις για το 3ο μνημόνιο, που θα έφερνε, προφανώς, νέα μέτρα.
Αντ’ αυτού, χρησιμοποίησε τη δίμηνη παράταση για να «παραδώσει» την εξουσία στους πρόθυμους του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ ταυτόχρονα προετοίμαζε την επιστροφή της σε ένα πολιτικά καλύτερο περιβάλλον, αν και εφόσον το πέρασμα της αριστεράς από τα σαλόνια της εξουσίας ήταν σύντομο και αποτυχημένο.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δοκίμασε να επεκτείνει τη δίμηνη παράταση χωρίς να πάρει οικονομικά μέτρα αλλά με κάποιες ισχνές πολιτικές αποφάσεις και μια σειρά θολών μεταρρυθμιστικών πρωτοβουλιών, να φτάσει κάποια στιγμή να διαπραγματευτεί ένα διαφορετικό 3ο πρόγραμμα, με λιγότερο υφεσιακά χαρακτηριστικά. Πήρε μεν την παράταση αλλά χωρίς λεφτά και πώς να τα πάρει όταν καμιά αξιολόγηση της πορείας της ελληνικής οικονομίας, όπως αυτή είχε συμφωνηθεί, δεν επέτρεπε οποιαδήποτε εκταμίευση;
Ο ΣΥΡΙΖΑ πίστευε στις πολιτικές αποφάσεις, όμως αυτές στο παγκοσμιοποιημένο οικονομικό σύστημα, δεν λειτουργούν σε βάρος του ιδίου του συστήματος. Μπορεί η απόφαση για τη σωτηρία της Ελλάδας να ήταν πολιτική αλλά η διαδικασία και η μέθοδος χρηματοδότησης και εκταμιεύσεων ήταν απόλυτα συμβατή με τον τρόπο που λειτουργεί η αγορά.
Στην πορεία, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ κατάλαβε ότι ελπίδα να πετύχει συμφωνία διαφορετική από τις προηγούμενες ήταν μάταιη. Έβλεπε ότι και τις τελευταίες δόσεις δεν θα έπαιρνε και θα οδηγείτο δέσμιος της ασφυξίας ρευστότητας σε μια συμφωνία σκληρή, σκληρότερη από όσες μέχρι σήμερα έχουν φτάσει στην Ελληνική Βουλή.
Τότε δοκίμασε «το Κούγκι». Σε λάθος χρόνο και με λάθος τρόπο.

Τι είναι

Βρισκόμαστε λοιπόν εδώ, έχοντας μπροστά μας για μια ακόμα φορά τη σκληρή πραγματικότητα την οποία αρνούμαστε να δούμε επί σειρά ετών: πιθανότητα να σωθούμε χωρίς βοήθεια από κάπου, χωρίς ανοχή έστω και χωρίς να μπούμε σε περιπέτειες πολύ χειρότερες από τις σημερινές, δεν υπάρχει. Οι γεωπολιτικές θεωρίες περί προνομιούχας θέσης, η αναζήτηση σωτήριων νέων συμμάχων, οι αναφορές στον «κρυφό πλούτο» της χώρας μόνο ως κομμάτι μιας αμφιβόλου ποιότητας και αποτελεσματικότητας εθνικής μυθολογίας μπορούν να εκληφθούν και ουδεμία σχέση έχουν με τη σκληρή πραγματικότητα. Η εθνική κυριαρχία μιας χώρας, τίθεται εν αμφιβόλω τη στιγμή που ξεκινά να ψάχνει δανεικά τα οποία δύσκολα μπορεί να ξεπληρώσει η δε διαπραγματευτική της ικανότητα κινείται αντιστρόφως ανάλογα με το ύψος του χρέους της. Απλά πράγματα.
Που είμαστε λοιπόν σήμερα; Στο σημείο που ήμασταν και πριν από ένα εξάμηνο. Λίγο χειρότερα οικονομικά και διαπραγματευτικά, λίγο καλύτερα σε ότι αφορά στη δυνατότητα λήψης επώδυνων αποφάσεων. Και τα δύο χάρη στο ΣΥΡΙΖΑ. Οικονομικά, εξαντλήσαμε τα όποια ισχνά μας αποθέματα και μεγαλώσαμε το χρέος. Πολιτικά, το δημοψήφισμα – ασχέτως αποτελέσματος - αποτελεί χρυσή ευκαιρία ώστε να τελειώσουν οι όποιες «λαϊκές αντιδράσεις» στην καταιγίδα των μέτρων που έρχονται. Είμαι κυνικός; Ναι, είμαι. Μου αρέσει αυτό που έρχεται; Όχι, αλλά η αποδοχή της πραγματικότητας είναι το πρώτο βήμα για τη λύση του προβλήματος και – επιτέλους! – κάποια στιγμή πρέπει να το κάνουμε. Τα μέτρα που έρχονται, δεν επιβάλλονται από κανένα «ξένο κέντρο απόφασης» αλλά από τη σκληρή πραγματικότητα. Μπορούν όμως να έχουν πρόσημο.
Η χώρα, λοιπόν, βρίσκεται σε στάση πληρωμών. Το τραπεζικό της σύστημα καταρρέει πίσω από τα κατεβασμένα ρολά. Πότε, πόσες ποιές τράπεζες και σε ποιο περιβάλλον θα ανοίξουν είναι άγνωστο. Καταρρέει επίσης το ασφαλιστικό και το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης. Καταρρέει, τέλος, ο δημόσιος τομέας.

Τι έρχεται

Η επόμενη μέρα μας βρίσκει αντιμέτωπους με την εξής μια επιλογή: υπογραφή νέου μνημονίου οικονομικής βοήθειας της οποίας οι όροι θα είναι σκληροί. Η πραγματικότητα, την οποία θα βιώσουμε, μιλά για εκτίναξη της ανεργίας πάνω από το 30 και ίσως το 35 %, μιλά για μισθούς και συντάξεις σε επίπεδα πολύ χαμηλότερα ακόμα και αυτών που θεωρούσαμε κάποτε «κόκκινες γραμμές», για δραστικές αλλαγές σε ασφαλιστικό, για καταιγίδα ιδιωτικοποιήσεων. Να ανοίξουμε εδώ μια παρένθεση και να πούμε ότι αν από ένα οικόπεδο στην Αργολίδα το 2010 το κράτος θα εισέπραττε 100 νομισματικές μονάδες, σήμερα θα εισπράξει ίσως 20. Η διαφορά είναι το τίμημα των ιδεολογικών αγκυλώσεων και της πολιτικής δειλίας όλων όσων κυβέρνησαν αυτά τα χρόνια.
Τι κάνουμε; Κλείνουμε τα μάτια και πίνουμε το πικρό ποτήρι. Δεν υπάρχει άλλη λύση, λυπάμαι.
Πως το κάνουμε; Εντός ευρώ ή εκτός ευρώ είναι δευτερευούσης σημασίας και επιτέλους ας ωριμάσουμε πολιτικά και ας μάθουμε να εξετάζουμε νηφάλια όλες τις επιλογές μας. Σημασία έχει να στραφούμε γρήγορα στην πραγματικότητα. Να γίνουμε τα γκαρσόνια της Ευρώπης γιατί αυτό είναι που θα μας φέρει γρήγορα και χωρίς επιπλέον επενδύσεις, χρήματα, αλλά να γίνουμε καλά γκαρσόνια με υψηλής ποιότητας και φθηνές (εκ των πραγμάτων) υπηρεσίες. Να στραφούμε στην πρωτογενή παραγωγή, καλύπτοντας πρώτα τις ανάγκες της εσωτερικής αγοράς και, ύστερα, εξάγοντας υψηλής ποιότητας νωπά φρούτα και λαχανικά, να γίνουμε δηλαδή ο μπαξές της Ευρώπης. Να αναπτύξουμε τον τομέα της παροχής υπηρεσιών με ανταγωνιστικό, εκ των πραγμάτων, κόστος. Ό,τι από τα παραπάνω δεν ξέρουμε, να το μάθουμε.

Στον τομέα της οργάνωσης της κοινωνίας, να βρούμε τρόπους η πρωτογενής παραγωγή να διακινείται γρήγορα και χωρίς πρόσθετα κόστη από πολυεπίπεδες μεταπωλήσεις. Ο δρόμος από το χωράφι στο καλάθι του καταναλωτή να είναι σύντομος και με τους λιγότερους ενδιάμεσους. Αν οι παραγωγοί οργανωθούν σωστά, μπορούν να διανείμουν και να κρατήσουν το κόστος ακόμα πιο χαμηλά ή να αυξήσουν τη δική τους πρόσοδο. Αν δεν μπορούν, ας το κάνουν οι καταναλωτές. Να βρούμε τρόπους να μειώσουμε το κόστος του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης και υγειονομικής περίθαλψης. Να καταλάβουμε επιτέλους ότι από καιρό δεν έχουμε τα προσόντα για μεταξωτά εσώρουχα. Να αλλάξουμε τον τρόπο που λειτουργεί το κράτος, να το κάνουμε φιλικότερο, αποτελεσματικότερο, λιγότερο δαπανηρό, πιο ευέλικτο. Να ξανασχεδιάσουμε την τοπική αυτοδιοίκηση από το μηδέν, χωρικά, για να εξοικονομηθούν κεντρικοί πόροι, οικονομικά, για να αποκτήσει αυτονομία, πολιτικά, για να ενεργοποιήσει και να στραφεί προς τον πολίτη.

Να φτιάξουμε δικαιοσύνη γρήγορη, αποτελεσματική χωρίς εκπτώσεις δικαίου. Να επανασχεδιάσουμε τον ενεργειακό μας χάρτη και - δυστυχώς - ο λιγνίτης θα παίζει σημαντικό ρόλο σε αυτό (τα μεταξωτά εσώρουχα που λέγαμε, διότι η φτώχεια δεν έρχεται μόνη). Να ξαναδούμε από την αρχή το πολιτικό μας σύστημα, τον αριθμό των βουλευτών, τον τρόπο εκλογής τους, τον τρόπο λογοδοσίας τους.

Αν δεν τα κάνουμε αυτά τώρα, δεν θα τα κάνουμε ποτέ και η ελπίδα για κάτι καλύτερο θα μαραζώσει.

Τρίτη, 30 Ιουνίου 2015

...μπερδέματος


Λυπάμαι πραγματικά από την αδυναμία ψύχραιμης ανάλυσης της πραγματικότητας και με επιχειρήματα τοποθέτησης απέναντι στα γεγονότα και τις εξελίξεις που παρατηρώ παντού γύρω μου.
Συναισθηματικά ανώριμοι και λογικά έφηβοι θεωρούν το ΟΧΙ σαν μια ευθεία προβολή του «μολών λαβέ» των Σπαρτιατών και φαντάζονται εαυτούς με σανδάλι και κοντό χιτώνιο. Τρομοκρατημένοι μικροαστοί που μεγάλωσαν με κατοχικά σύνδρομα, νομίζουν ότι θα τους λείψει το μακαρόνι και αγοράζουν με τη ντουζίνα τα πάκα και κραυγάζουν ΝΑΙ. Παραπλανημένοι παλαιοκομμουνιστές θεωρούν ότι το ΟΧΙ είναι μαχαιριά στα στήθη του θηρίου που ακούει στο όνομα καπιταλισμός και το ΝΑΙ η Πέμπτη φάλαγγα της σκοτεινής «Νέας Τάξης Πραγμάτων». Φοβικοί παλαιοδεξιοί που νομίζουν ότι το ΟΧΙ θα μας ρίξει στην αγκαλιά του Πουτιν που απεργάζεται σχέδια αφανισμού της δύσης και το ΝΑΙ θα αντικαταστήσει αυτόματα τον Μακρυγιάννη με τον Κάντ ξέρωγω και οι πάντες, ΟΙ ΠΑΝΤΕΣ να θεωρούν τους απέναντι τουλάχιστον λιγότερο έξυπνους και κατά περίπτωση ψεκασμένους, προδότες, αλήτες, δραχμολάγνους, ευρωλιγούρηδες, οπωσδήποτε διεφθαρμένους και πουλημένους.
Η ευκολία με την οποία τουμπάρουν τις θέσεις και τα επιχειρήματά τους ώστε να καλύπτουν και να καλύπτονται από την επικαιρότητα - που όχι λίγες φορές τους φτύνει - είναι παροιμιώδης και κάνει τους ψύχραιμους να κλαίνε από τα γέλια. Το «με λένε Ρίζο κι όπως θέλω τα γυρίζω» ταιριάζει σαν καθρέφτης σε όλους. Έτσι, όταν ο Τσίπρας φέρεται να υπογράφει, είναι απατεώνας και ψεύτης που εξαπάτησε το λαό και όταν δεν υπογράφει, αληταράς, αγράμματος καταληψίας που μας ρίχνει στα βράχια ή από την άλλη πλευρά, όταν δεν υπογράφει είναι πιστός στις αρχές του αριστερός – επαναστάτης – ριζοσπάστης και όταν υπογράφει, εχέφρων, συνετός, σύγχρονος Ευρωπαίος ηγέτης. Σε κάθε περίπτωση, η φιλολογία του άσπρου – μαύρου κυριαρχεί και η μανιχαϊκή θεώρηση της πραγματικότητας είναι το μοναδικό εργαλείο ανάλυσης.
Να ξέρετε οι περισσότεροι ότι εδώ θα είμαστε και αύριο και ότι οι «συμμαχίες» θα αλλάξουν, οι σημαίες ευκαιρίας θα υποσταλούν, νέες θα ανεμίσουν σε νέους ή στους ίδιους ιστούς, η γη θα γυρίζει, κι οι Ρίζοι μαζί της. Γι’ αυτό, λιγότερες κραυγές φίλοι και λιγότερο φίλοι. Λιγότερες κραυγές και περισσότερα επιχειρήματα.
...κι η φάση είναι ότι αν το κρίσιμο ή το επίκαιρο ερώτημα αλλάξει ξαφνικά, αν αφαιρεθεί από το πλέγμα των σχέσεων η εξουσία και η νομή της, τότε οι συμμαχίες αλλάζουν αυτόματα, η "τράπουλα" ξαναμοιράζεται, και ο χορός συνεχίζεται με καινούργιο παρτενέρ.
Έτσι, αν πηγαίναμε σε δημοψήφισμα για το σύμφωνο συμβίωσης - όπως Ιρλανδία - κάποιοι από τους τωρινούς σας συμμάχους θα ήταν αντίπαλοι αλλά όχι εχθροί, όχι προδότες. Αν πηγαίναμε σε δημοψήφισμα για την ιθαγένεια ή τους μετανάστες στη σημερινή "πλατεία" θα γινόταν επεισόδια. Το ίδιο και στη χθεσινή.
Γκέγκε?

Λόγος περί χρεοκοπίας

Δεύτερη μέρα με τις τράπεζες κλειστές, capital controls, με τις συνομιλίες ανάμεσα στην Ελλάδα και τους δανειστές να έχουν καταρρεύσει, το κλίμα να είναι άκρως αρνητικό και το μέλλον να μοιάζει αδύνατο να αποφευχθεί.
Η πολυαναμενόμενη αντίδραση των αγορών, η οποία θα οδηγούσε τον παγκόσμιο καπιταλισμό σε ήττα δεν ήρθε, τουλάχιστον χθες και σήμερα και μάλλον ούτε αύριο θα κάνει την εμφάνισή της. Οι μεγάλοι χρηματιστηριακοί  δείκτες κινήθηκαν χθες πτωτικά σχεδόν σε όλο τον κόσμο, με την Ευρώπη να αντιμετωπίζει τα υψηλότερα αρνητικά (πάνω από 3,5% ο DAX και ο CAC) και την Αμερική να επηρεάζεται λιγότερο. Το ευρώ έκανε την έκπληξη με το τέλος να το βρίσκει ενισχυμένο έναντι του δολαρίου, πράγμα που οδήγησε σήμερα την Ασία να ανοίξει θετικά και να κινείται συνεχώς «πράσινα» ενώ η Ευρώπη κινείται μεν αρνητικά αλλά γύρω στο -1%.
Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι ένα ακόμη θεωρητικό διαπραγματευτικό χαρτί «κάηκε» απότομα  και πλέον βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την επόμενη ψυχρολουσία που είναι α) η αδυναμία πληρωμής των οφειλών μας προς το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και β) το τέλος των μηχανισμών στήριξης του ελληνικού τραπεζικού συστήματος. Τα δύο αυτά γεγονότα σημαίνουν ότι με τα σημερινά δεδομένα είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν θα ανοίξουν οι τράπεζες την ερχόμενη Τρίτη και στην καλύτερη περίπτωση, είναι αμφίβολο αν θα ανοίξουν όλες. Επιπλέον, η Ελλάδα θα βρίσκεται σε καθεστώς ουσιαστικής πτώχευσης και στάσης πληρωμών σε περιβάλλον σκληρού νομίσματος και με αδυναμία νομισματικών χειρισμών.
Με αυτές τις προοπτικές, η διεξαγωγή ενός δημοψηφίσματος μοιάζει με πολυτέλεια αν δεν είναι πράξη παράνοιας, για τον απλούστατο λόγο ότι, ασχέτως με το αποτέλεσμα, η πορεία, οι εναλλακτικές, οι δυνατότητες χειρισμών θα είναι εξαιρετικά περιορισμένες και καμιά σχέση θα έχουν με τις συνθήκες που περιγράφονται στο ερώτημα των ψηφοδελτίων. Να θυμίσω εδώ ότι ένα δημοψήφισμα δεν γίνεται για να διαδηλώσει μια πλειοψηφία ή μια μειοψηφία την άποψή της αλλά για τη λήψη αποφάσεων. Όποιος «κονταίνει» το νόημα και την ουσία του δημοψηφίσματος θα απολογηθεί στο εδώλιο της ιστορίας και θα έχει να δώσει λόγο για πολλά εκείνη την ώρα.
Θα πει κανείς «δηλαδή, τι μπορούσαμε να κάνουμε;». Πολλά, είναι η απάντηση, και από καιρό τώρα αλλά σταθήκαμε ολίγιστοι μπροστά στην Ιστορία και στην Κρισιμότητα των Στιγμών και αυτό δεν μπορέσαμε ποτέ να το ξεπεράσουμε. Προτάξαμε τις ιδεοληψίες μας και τις εμμονές μας έναντι του κοινού συμφέροντος που επέβαλε απλά την γρήγορη έξοδο από την κρίση. Προτιμήσαμε την προστασία της παράταξης και του μικροσυμφέροντος και αρνηθήκαμε να σηκώσουμε το κεφάλι πάνω από το εφήμερο.
Ακόμα και σήμερα, ακούω από τους τωρινούς διαχειριστές της εξουσίας να λένε ότι θα υποφέρουμε ένα – δυο – τρία χρόνια αλλά θα βγούμε από την όποια κρίση, περήφανοι. Κύριοι, η κρίση δεν είναι μόνο νούμερα αλλά πίσω από αυτά υπάρχουν άνθρωποι, το θυμάστε αυτό ή τώρα δεν σας αφορά ή δεν σας εκφράζει; Κύριοι, τα τωρινά νούμερα θα είναι περισσότερο κόκκινα από ποτέ και το κόκκινο δεν θα έχει να κάνει με το πρόσημό τους, όχι μόνο. Θα έχει να κάνει με τις καταστροφές που θα πλήξουν πάλι τους αδύναμους, τους μη έχοντες, τους κινούμενους στο περιθώριο της κοινωνίας, της παραγωγής, της κοινωνίας, ένα περιθώριο που θα μεγαλώνει και θα διογκώνεται κάθε μέρα. Ένα περιθώριο, τον πόνο του οποίου ούτε το κράτος θα μπορέσει να απαλύνει – γιατί θα έχει πρακτική αδυναμία να το κάνει – ούτε η κοινωνία θα είναι σε θέση να εκφράσει την αλληλεγγύη της, γιατί (θυμάστε;) την μάθατε να μπερδεύει την αλληλεγγύη με την ελεημοσύνη.
Όλα τα παραπάνω, θα είναι παιδική εκδρομή μπροστά στην πιθανότητα εκτροπών που κανείς (ΚΑΝΕΙΣ) δεν κάνει κάτι να αποφύγει. Κανείς δεν κάνει κάτι να θωρακίσει το αύριο από ακραίες συμπεριφορές. Παντού και εκατέρωθεν όλοι λεκιάζουν το φόρεμα της δημοκρατίας και της ομαλότητας με κραυγές για προδοσίες, για ειδικά δικαστήρια, για ελικόπτερα, για κρεμάλες. Εδώ και πέντε χρόνια τα ίδια. Κι αν οι ευθύνες του συρφετού που προπηλάκιζε συστηματικά πολίτες και πολιτικούς από ετών είναι δεδομένες, δεν θα παραγνωριστούν ποτέ και οι ευθύνες όσων ήταν στα θύματα τότε και τώρα κραυγάζουν για Γουδί, καταστροφές και δικαστήρια.

Δεν είμαι αισιόδοξος, καθόλου. Οι θεοί της Ελλάδας και του καθενός μας να βάλουν το χέρι τους. 

Κυριακή, 28 Ιουνίου 2015

Δημοψήφισμα, μια πρώτη προσέγγιση


Επειδή, δημοψήφισμα σημαίνει ότι
·         αποφασίζω ανάμεσα σε δυο διακριτές και καθαρές θέσεις - ως προς το περιεχόμενο και ως προς τις συνέπειες αποδοχής ή απόρριψης τους
·         έχω ικανό χρόνο να αποφασίσω
·         έχω ανεξάρτητους ειδικούς, διαθέσιμους να μου εξηγήσουν τα πάντα και να λύσουν τυχόν απορίες μου, τόσο εγώ όσο και κάθε Έλληνας πολίτης ανά την επικράτεια (τουλάχιστον στα δημόσια Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης)
και επειδή όλα τα παραπάνω, μέχρι στιγμής φαίνεται να μην μπορεί να μου τα εξασφαλίσει κανείς, για το λόγο αυτό, η συμμετοχή μου στην εκλογική διαδικασία θα εξυπηρετήσει άλλα πολιτικά συμφέροντα, άσχετα με το τι εγώ θα επιλέξω να ψηφίσω. Η πρώτη μου λογική αντίδραση λοιπόν θα ήταν «δεν νομιμοποιώ με την ψήφο μου μια διαδικασία η οποία προσβάλει εμένα σαν πολίτη, προσβάλει τη νοημοσύνη μου, προσβάλει τη δημοκρατία και καταρρακώνει την έννοια και την ουσία του δημοψηφίσματος».
Όμως, όπως συχνά συμβαίνει, τα πράγματα στην πολιτική δεν είναι ούτε εύκολα, ούτε γραμμικά και οι αποφάσεις ποτέ δεν σχετίζονται μονοσήμαντα με τα δεδομένα. Γι' αυτό, ας δούμε αναλυτικότερα τι έχουμε μέχρι τώρα.
1.       Έχουμε λοιπόν εξαγγελία για διεξαγωγή ενός δημοψηφίσματος όπου το ερώτημα που τίθεται είναι παραπλανητικό, ατελές, πρακτικά αδύνατο να απαντηθεί από το μέσο πολίτη σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα.  
2.       Οι συνέπειες της εξαγγελίας δημιουργούν κλίμα το οποίο επ’ ουδενί επιτρέπει την ελεύθερη έκφραση άποψης αλλά είναι προφανές ότι η έλλειψη ρευστότητας, οι ουρές στα καταστήματα τραπεζών, βενζινάδικων, καταστημάτων τροφίμων, οι συνεχείς και ραγδαίες εξελίξεις, δημιουργούν συνθήκες λήψης αποφάσεων υπό πίεση και όχι ελεύθερης έκφρασης της λαϊκής βούλησης.
3.       Εξ αρχής και παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις, ο αυθόρμητος και σχεδόν αυτόματος διαχωρισμός στη βάση της κοινωνίας, θέτει το πραγματικό ερώτημα όπως «μεταφράστηκε» - και καλά έκανε - από τον σοφό λαό: ΝΑΙ ή ΟΧΙ στην ευρωπαϊκή πορεία της και στην συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση;
4.       Τα δεδομένα έχουν ήδη αλλάξει ακόμα και ως προς το ερώτημα από τη στιγμή που το δημοψήφισμα ανακοινώθηκε και θα αλλάξουν ξανά, ίσως περισσότερες από μια φορές, πριν φτάσουμε στην ημέρα της ψηφοφορίας.

Με βάση τα παραπάνω, πως διαμορφώνεται προς ώρα η αρχική θέση της μη νομιμοποίησης μιας ψευδεπίγραφης διαδικασίας;

Η Ευρωπαϊκή Ένωση διάγει μια από τις πιο δύσκολες περιόδους στην σύντομη ιστορία της, η οποία μέχρι σήμερα ήταν ανοδική και γεμάτη επιτυχίες. Πολλοί πιστεύουμε ότι πρέπει το συντομότερο δυνατό να ληφθεί η απόφαση για μετεξέλιξή της σε κάτι πιο συνεκτικό, περισσότερο ενιαίο ως προς την έκφρασή του και τη διακυβέρνησή του, πιο δημοκρατικό, πιο συμμετοχικό, περισσότερο ανοιχτό στους πολίτες και λιγότερο γραφειοκρατικό. Όσοι πιστεύουμε ότι η Ευρώπη είναι η πατρίδα μας, όσοι πιστεύουμε ότι παρά τις όποιες τοπικές ιδιαιτερότητες, οι Ευρωπαίοι έχουμε βαθιές κοινές πολιτιστικές, πολιτικές, κοινωνικές ρίζες και ένα λαμπρό κοινό μέλλον, όσοι νοιώθουμε την Ευρώπη σαν το σπίτι μας και την Ευρωπαϊκή Ένωση ως τον φορέα που θα μας οδηγήσει στο κοινό μας μέλλον, ξέρουμε τις αδυναμίες της και ξέρουμε ότι πρέπει να κάνουμε τα πάντα ώστε να τις διορθώσουμε. Στα πρέπει, προφανώς δεν περιλαμβάνεται η άρνησή ή η δολιοφθορά της κοινής μας πορείας.

Στην διάγνωση αλλά και στην αντιμετώπιση της ελληνικής κρίσης, έγιναν τραγικά σφάλματα από όλες τις πλευρές: από τις αλλεπάλληλες ελληνικές κυβερνήσεις, από τα εν Ελλάδι κόμματα, από τις ηγεσίες των κρατών μελών της ένωσης - και ειδικά αυτών των οποίων το ειδικό βάρος ήταν μεγαλύτερο, από εξωκοινοτικούς θεσμούς οι οποίοι κλήθηκαν να συνδράμουν. Η αυτοπαγίδευση όλων σε πρακτικές ήταν καταστροφικές για το λαό και για τη χώρα η οποία υποθήκευσε το μέλλον της και αυτοφιμώθηκε όντας μια ανάπηρη και αδύναμη χώρα σε μια ένωση αρτιμελών.

Το ελληνικό πρόβλημα ήταν σαφώς διαφορετικό τόσο ποιοτικά όσο και ποσοτικά από αυτά άλλων χωρών της Ένωσης που μπήκαν και βγήκαν επιτυχώς σε διαδικασίες επίλυσης και είναι άδικο να συγκρίνεται ευθέως η πορεία της με την πορεία αυτών.

Η συμφωνία και η λύση η οποία προτείνεται σήμερα στην Ελλάδα προφανώς δεν λύνει κανένα πρόβλημα, αντίθετα προσθέτει καινούργια, παγιώνει υπάρχοντα, φτωχοποιεί έτι περισσότερο μεγάλα τμήματα της κοινωνίας και καθηλώνει τη χώρα σε ύφεση η οποία δεν συμφωνεί με τις πραγματικές δυνατότητες της οικονομίας της. Η συμφωνία απλά δίνει χρόνο στους αργούς κοινοτικούς μηχανισμούς να προσπαθήσουν να διαμορφώσουν κοινές απόψεις επί λύσεων και μεταθέτει τη λήψη δραστικών αποφάσεων σε κάποιο αόριστο μέλλον όπου η συνισταμένη πολιτική συγκυρία και οι συσχετισμοί εντός των κέντρων αποφάσεων θα είναι ευνοϊκότεροι. Η συμφωνία αυτή πρέπει να πολεμηθεί κοινωνικά και πολιτικά σε όλη της Ευρώπη και η πολιτική της αποδόμηση πρέπει να γίνει πρώτη προτεραιότητα όλων μας

Αν λοιπόν έπρεπε να απαντηθεί ένα ερώτημα του τύπου «συμφωνείτε με τις επιλεγμένες από την ΕΕ πολιτικές εξόδου της Ελλάδας από την κρίση»; θα έλεγα αβίαστα ΟΧΙ.

Λογαριάζοντας όμως τις συνέπειες μιας απόφασης, την εσωτερική δυναμική που διαμορφώνεται εναντίον της Ενωμένης Ευρώπης, της μη εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση η οποία θέτει το ερώτημα, αν τελικά συμμετάσχω στην εκλογική της επόμενης Κυριακής και αν φτάσουμε ποτέ σε αυτή, τότε θα ψηφίσω ΝΑΙ, χωρίς το ναι να σημαίνει αποδοχή των πολιτικών που ετοιμάζονται και χωρίς να σημαίνει καταδίκη των κυβερνητικών χειρισμών αλλά απλά ΝΑΙ στην πίστη μιας ιδέας που μπορεί να μας πληγώνει, να λοξοδρομεί, να αργεί, να οπισθοχωρεί αλλά είναι η μόνη ελπίδα μας σε ένα κόσμο που αλλάζει ραγδαία. ΝΑΙ στην συμμετοχή της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ναι στο ευρωπαϊκό ιδεώδες, όπως αυτό περιγράφηκε και υποστηρίχθηκε με πράξεις επί μισό και πλέον αιώνα.  

Αθηναϊκές ιστορίες

Μεσάνυχτα και κάτι, αναζητώντας ATM να καλύψει το όριο ανάληψης της μέρας που μόλις ξεκίνησε. Εκείνος, φανατικός ευρωπαϊστής και μετριοπαθής απέναντι στις εξελίξεις, εκείνη φανατικά υπέρ μιας συμφωνίας αλλά κριτική απέναντι στην Ευρώπη και τους πολιτικούς της.


Μπροστά στις τράπεζες περαστικοί με αυτοκίνητα σταματούν και ανταλλάσουν πληροφορίες, «στην πλατεία πάμε, εδώ τελείωσαν», «μόλις πέρασα από πλατεία, άδεια», «πάμε προς παραλία τότε, κάπου θα βρούμε».
Καφέ, μπαρ, πιτσαρίες, ψησταριές γεμάτα κόσμο, από κάπου ακούγονται κλαρίνα, το «Ηπειρώτικο γλέντι» υποθέτει, και υποθέτει σωστά όταν περνά από την πλατεία όπου δεν μπορεί καν να σταθεί από τα παρκαρισμένα. Μεσήλικες μικροαστές με το μαλλί «στην κομμώτρια», σύζυγοι με ανοιχτό πουκάμισο και λεκέδες από ιδρώτα στη μασχάλη, τσίκνα και κλαρίνο στη διαπασών.
Στο κέντρο, παρκάρει με αλάρμ μπροστά στο υποκατάστημα, ένας φεύγει χαμογελώντας από το μηχάνημα ανάληψης, εκείνη περιμένει τη σειρά της, εκείνος «διαβάζει» τα άλλα δυο ζευγάρια που μόλις κατέφθασαν. Ντυμένοι στην τρίχα, ψηλοτάκουνα, κοντά φορέματα, μαλλί άψογο, έτοιμοι για έξοδο, το ένα ζευγάρι βρίζει τον Τσίπρα, το άλλο τον Σόιμπλε. Γελά κάτω από τα μουστάκια του, σκεφτόμενος ότι όσους η πολιτική χωρίζει, τους ενώνουν τα σκυλάδικα.

Φεύγουν, εκείνος σκέφτεται πόσο δυσκολότερη μπορεί να γίνει η φτώχια του (και μπορεί να γίνει δυσκολότερη) κι εκείνη ότι θα πρέπει να βρει τρόπο να φροντίζει τους γονείς της, αν αναγκαστεί να σταματήσει την κοπέλα που τους φροντίζει (και θα αναγκαστεί).

Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2015

Δεν Μπορεί

Andrew Gifford - Urban Landscape
Έχω κρατηθεί σε απόσταση από ευθείες κρίσεις επί του συνόλου της κυβερνητικής πολιτικής, υπακούοντας σε μια προσωπική σύμβαση, να περιμένω το αποτέλεσμα της όποιας διαπραγμάτευσης αναφορικά με το χρέος, τη ρευστότητα, το δανεισμό.
Πέντε μήνες μετά την εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ και τον σχηματισμό κυβέρνησης υπό τον κύριο Τσίπρα, μπορώ νομίζω να βγάλω κάποια συμπεράσματα, χωρίς να αδικήσω κανέναν και χωρίς να κινδυνεύω να πέσω στην παγίδα της εύκολης και στείρας αντιπολίτευσης.
Το πρώτο αβίαστο γενικό συμπέρασμα είναι ότι η παρούσα κυβέρνηση, με αυτή ή άλλη σύνθεση, δεν μπορεί να φτιάξει ένα αποτελεσματικότερο κράτος, περισσότερο ευέλικτο, περισσότερο φιλικό στον πολίτη, πιο ανοιχτό στον τρόπο που αποφασίζει, που δαπανά, που ενσωματώνει τεχνολογίες, καινοτομίες, λύσεις, ιδέες. Δεν μπορεί να το κάνει επειδή ο «προοδευτισμός» της είναι υπέρ το δέον συντηρητικός
Δεν μπορεί να αναγεννήσει το κλινικά νεκρό ασφαλιστικό σύστημα διότι αδυνατεί να ξεπεράσει το σύνδρομο της αναίμακτης, ανέξοδης επανόδου στο παρελθόν και μάλιστα σε εκείνο το σημείο της πρόσβασης στο εύκολο χρήμα.
Δεν μπορεί να βελτιώσει το επιχειρηματικό κλίμα, όσο παραμένει παγιδευμένη στα ιστορικά ταξικά της δίπολα τα οποία χρησιμοποιεί, όχι ως εργαλεία ανάλυσης αλλά ως οδηγίες χρήσης. Όσο αρνείται να διανύσει την απόσταση ανάμεσα στο ιδανικό της ιδεολογίας της και το εφικτό.
Μπορεί όμως να κάνει άλματα στο κοινωνικό πεδίο. Σε ζητήματα ατομικών ελευθεριών, σεβασμού των δικαιωμάτων μειονοτήτων, αλλαγής της νοοτροπίας της αστυνομίας.  
Μπορεί να καλύψει κενά σε ζητήματα διαφθοράς, διακίνησης μαύρου χρήματος, φορολογικής δικαιοσύνης.
Μπορεί να αγγίξει τομείς που μέχρι σήμερα - εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων -  παρέμειναν γκρίζες ζώνες του πολιτικού συστήματος, όπως τα ΜΜΕ και η σχέση τους με τις εξουσίες.

Όλα τα παραπάνω προϋποθέτουν να καταλήξουν κάπου οι διαπραγματεύσεις στα ζητήματα πρώτα του δανεισμού και ύστερα του χρέους. Αν η κατάληξη δεν είναι ομαλή, οποιαδήποτε συζήτηση θα τεθεί εκ νέου και ο πολιτικός λόγος στο σύνολό του θα επαναδιατυπωθεί. 

Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2015

Η αμοιβαιότητα του σεβασμού


Η ιδέα που ακούστηκε πρόσφατα από τον αναπληρωτή Υπουργό Περιβάλλοντος, της πρόσκλησης μεμονωμένων εθελοντών ή συλλογικοτήτων, να συνδράμουν τις ολιγάριθμες (γι’ αυτό και αναποτελεσματικές) κρατικές ελεγκτικές δομές, με βρίσκει σύμφωνο επί της αρχής. Εξ άλλου, το έχω κάνει στο παρελθόν, χωρίς να έχω λάβει καμιά πρόσκληση από κανένα υπουργείο.
Σε κάθε ώριμη δημοκρατία, η συνδρομή των πολιτών στο κράτος και η συμπληρωματική τους δράση είναι δεδομένη και τρόπον τινά θεσμοθετημένη. Η συζήτηση για το αν πρέπει ο πολίτης να υποβοηθά ή να πληροφορεί τις αρμόδιες αρχές όταν ο νόμος παραβιάζεται οφθαλμοφανώς έχει λήξει προ πολλών ετών, αν ποτέ άνοιξε. Η τήρηση των νόμων εξάλλου δεν είναι τίποτα λιγότερο από απόδειξη αμοιβαίου σεβασμού μεταξύ των πολιτών και η φροντίδα για την τήρησή τους, επιβεβαίωση και ενίσχυση αυτής της αμοιβαιότητας.  Πολλές εξ άλλου μη κυβερνητικές οργανώσεις αποτελούν συλλογικές δομές που υλοποιούν αυτή ακριβώς την συμπληρωματική και σε εθελοντική βάση, σχέση.
Ως εδώ καλά. Δυστυχώς, υπάρχει «αλλά», δεν είναι μόνο ένα και όλα έχουν να κάνουν με χρόνιες αδυναμίες και παθογένειες του ελληνικού κράτους.
Πρώτο και κορυφαίο, η αμοιβαία έλλειψη εμπιστοσύνης ανάμεσα στις κρατικές δομές και στον πολίτη. Ο πολίτης δεν έχει καμιά εμπιστοσύνη στο κράτος και στους μηχανισμούς του – όχι άδικα – και το κράτος μεταχειρίζεται τον πολίτη ως εν δυνάμει ένοχο.
Δεύτερο, οι νόμοι ούτε ίσχυαν ούτε εφαρμοζόταν με τον ίδιο τρόπο προς όλους. Είτε τυπικά (με χαριστικές διατάξεις) είτε στην ουσία (με «στραβά μάτια») για κάποιους ίσχυαν άλλοι νόμοι και για κάποιους οι νόμοι δεν είχαν καμιά ισχύ.
Τρίτο, πολλές φορές η καταγγελία παρανομίας έφερνε σε δυσχερή θέση τον καταγγέλλοντα ενώ δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που οι καταγγέλλοντες έχουν στιγματιστεί κοινωνικά.
Ακόμα και αν τα παραπάνω ξεπεραστούν με κάποιοι τρόπο, μια σειρά στρεβλώσεις και αγκυλώσεις θα δυσκολέψουν την υλοποίηση παρόμοιων ιδεών. Για παράδειγμα, μια ευρέως διαδεδομένη άποψη ότι η εθελοντική προσφορά πρέπει να αμείβεται. Είμαι πεισμένος ότι μετά από ένα χρονικό διάστημα, θα αρχίσουν να συγκεντρώνονται υπογραφές για την μονιμοποίηση των εθελοντών στην επιθεώρηση περιβάλλοντος.
Τέλος, αυτό που δεν γίνεται από την αρχή κατανοητό (νομίζω ούτε καν από τον υπουργό) είναι ότι οι εθελοντές μπορούν να ανακαλύψουν και υποδείξουν την υποτιθέμενη παρανομία. Την αξιολόγηση όμως, όπως και τον τελικό έλεγχο οφείλουν να κάνουν τα θεσμοθετημένα, εντεταλμένα και με αρμοδιότητες όργανα. Αν τα τελευταία δεν επαρκούν σήμερα, δεν θα επαρκούν και αύριο. Μια συνεργασία τέτοιου είδους με τους πολίτες, μάλλον θα μεγιστοποιήσει τις αδυναμίες του συστήματος και θα οδηγήσει σε βάθεμα της ρήξης ανάμεσα στο κράτος και τον πολίτη. Γιατί ο πολίτης θα καταγγέλλει, το κράτος δεν θα μπορεί να ανταποκριθεί, ο πολίτης θα απογοητεύεται, η εμπιστοσύνη θα κλονίζεται κ.ο.κ.
Η δική μου άποψη παραμένει υπέρ της συνεργασίας που θα σχεδιαστεί προσεκτικά, που θα λάβει υπόψη όλες τις αδυναμίες. Για παράδειγμα, θα μπορούσαν να αξιολογηθούν και πιστοποιηθούν συλλογικότητες οι οποίες έχουν το γνωστικό υπόβαθρο και την πείρα να κάνουν μια κατ’ αρχή αξιολόγηση των καταγγελιών και να επιλέγουν ποιες από αυτές πρέπει να προωθηθούν προς τους Επιθεωρητές και ποιες όχι. Πρέπει επίσης να προβλέπεται και να δημιουργηθεί μια πλατφόρμα δικτύωσης ανάμεσα σε συλλογικότητες ή μεμονωμένους πολίτες, η οποία θα παρέχει πληροφόρηση ή θα υποδεικνύει τρόπο δράσης, ανάλογα με την περίπτωση.
Σε κάθε περίπτωση και εφόσον μπορεί να τεθεί θέμα οικονομικης ενίσχυσης συλλογικοτήτων, θα πρέπει να προβλεφθούν συνθήκες πλήρους διαφάνειας στην οικονομική τους διαχείριση.
Αν η εξαγγελία δεν οργανωθεί σωστά, κινδυνεύει να γίνει μπούμεραγκ.
http://toperivallon.gr/inspection/