Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2009

Οικολογία και πολιτική


Συχνά, σε συζητήσεις με ανθρώπους όλων των πολιτικών αποχρώσεων, γίνομαι δέκτης απόψεων που όλες πηγάζουν από τη θέση ότι η ενασχόληση με περιβαλλοντικά ζητήματα είναι μόδα και όλες επίσης καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα: τα περιβαλλοντικά ζητήματα δεν είναι πολιτικά. Η ίδια σκέψη, τουλάχιστον σε ότι αφορά το σκέλος της μόδας, εκφράστηκε και από τον πρώην υπουργό ΠΕΧΩΔΕ και στέλεχος της απελθούσης κυβέρνησης Γιώργο Σουφλιά κατά την τελετή παράδοσης του υπουργείου στην Τίνα Μπιρμπίλη.
Η αναφορά στη μόδα από τον κ. Σουφλία μπορεί εν μέρει να αποδοθεί στην πικρία του από την ταπεινωτική εκλογική ήττα που οφείλεται και σε δικές του επιλογές, αλλά και στο γεγονός ότι αναγκάστηκε να παραδώσει ένα κομμάτι του υπουργείου του, αυτό του περιβάλλοντος, σε μια γυναίκα, οικολόγο, ακτιβίστρια και αντισυμβατική. Αναγκάστηκε να παραδώσει το κομμάτι που ποτέ δεν κατάλαβε γιατί υπήρχε στον τίτλο του υπουργείου. Βέβαια, την άποψη του κ. Σουφλιά για το περιβάλλον την βιώσαμε με το χειρότερο τρόπο την πενταετία της παντοδυναμίας του. Αυτό που με αποσχολεί, και που στάθηκε αφορμή για το σημερινό μου σημείωμα, είναι ότι μαζί του συμφωνεί μια μεγάλη μερίδα πολιτών και πολιτικών της χώρας μας.
Ίσως να κρύβεται μεγάλη δόση αλήθειας στην άποψη ότι το μεγαλύτερο κομμάτι των πολιτικών έχει εντάξει στη ρητορική του φιλοπεριβαλλοντικές εκφράσεις απλά για ψηφοθηρικούς λόγους και επειδή αυτό επιτάσσει το κυρίαρχο κοινωνικό ρεύμα. Καθόλου όμως δεν αληθεύει ότι τα περιβαλλοντικά προβλήματα δεν είναι πολιτικά. Είναι αρκετή μια απλή επισκόπηση του θέματος για να το διαπιστώσει κανείς.
Τα περιβαλλοντικά προβλήματα έχουν μια χαρακτηριστική επιλεκτικότητα. Οι κοινωνίες, οι κρατικές οντότητες, τα κοινωνικά στρώματα που πλήττονται κυρίως και αντιμετωπίζουν άμεσα τα συνακόλουθα προβλήματα της περιβαλλοντικής κρίσης είναι ο «τρίτος κόσμος» σε παγκόσμιο επίπεδο, οι φτωχογειτονιές, σε επίπεδο κράτους, τα λαϊκά στρώματα σε επίπεδο κοινωνικής διαστρωμάτωσης. Θυμηθείτε τους νεκρούς, τους στιγματισμένους, τους χρόνια ασθενείς του ατυχήματος της Μποπάλ, τους μετανάστες-πρόσφυγες λόγω ρύπανσης των υδάτων, τους κατοίκους των βιομηχανικών προαστίων ή των υποβαθμισμένων γειτονιών. Αναλογιστείτε πόσες πιθανότητες έχει να επιλεγεί η Νέα Σμύρνη στη Λάρισα για επιχείρηση δενδροφύτευσης και πόσες μια άλλη περιοχή. Σκεφθείτε που στέλνουμε τις ενοχλητικές δραστηριότητες, σκεφθείτε που πετάμε τα σκουπίδια μας και θα γίνει ξεκάθαρο ότι τα περιβαλλοντικά προβλήματα πλήττουν πρώτα και σκληρότερα τους «μη προνομιούχους». Αναλογιστείτε που καταλήγουν ή που θάβονται τα τοξικά απόβλητα της αναπτυγμένης δύσης.
Όσο εντείνονται τα περιβαλλοντικά προβλήματα τόσο πιο ευδιάκριτη θα γίνεται αυτή η επιλεκτικότητα. Ας μη βιαστούν κάποιοι να διαφωνήσουν. Άσχετα με το αν τελικά τις συνέπειες των περιβαλλοντικών εγκλημάτων που συντελέστηκαν, συνειδητά ή μη, τον τελευταίο αιώνα τις βιώνουν ή θα τις βιώσουν όλοι, εκείνοι που πρώτοι επλήγησαν και θα πληρώσουν το βαρύτερο τίμημα είναι οι «φτωχοί», είτε πρόκειται για άτομα είτε για κοινωνικές ομάδες, είτε για κρατικές οντότητες.
Ο πολιτικός όμως χαρακτήρας των οικολογικών προβλημάτων αναδεικνύεται κυρίως στις φιλοσοφίες επίλυσής τους. Συζητάμε, παραδείγματος χάρη, και όλοι συμφωνούν ότι η χώρα μας υποχρεούται να στραφεί στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας τα επόμενα χρόνια. Πως όμως θα το κάνει αυτό; Εάν η πολιτεία επιλέξει αυτή η στροφή να γίνει μόνο μέσα από μεγάλες επενδύσεις και γιγαντιαίες μονάδες είναι φανερό ότι κάνει μια πολιτική επιλογή. Στην ουσία, δίνει μια ευκαιρία στα σημερινά μονοπώλια – ολιγοπώλια να αντικαταστήσουν το γκρι κουστούμι των υδρογονανθράκων με το πράσινο πουκάμισο των ανανεώσιμων πηγών. Μια τέτοια επιλογή δεν αλλάζει σε τίποτα ούτε τον τρόπο ζωής ούτε το μοντέλο ανάπτυξης της χώρας. Εάν όμως η πολιτεία επιλέξει να ανοίξει την αγορά ενέργειας και να δώσει τη δυνατότητα παραγωγής τόσο σε πολίτες ατομικά όσο και σε αυτοδιοικητικούς φορείς ή ομάδες πολιτών, χωρίς να αποκλείει τις μεγάλης κλίμακας επενδύσεις, τέμνει το σύστημα και αναδιανέμει τον παραγόμενο πλούτο. Στην ουσία αλλάζει ή δρομολογεί μακροπρόθεσμες αλλαγές στο ίδιο το πολιτικό σύστημα.
Δεν είναι μόνο η φιλοσοφία που διέπει την επιλογή της λύσης των περιβαλλοντικών προβλημάτων που αποδεικνύει την βαθιά πολιτική φύση της οικολογίας. Ακόμα και η ιεράρχηση των προβλημάτων ή η στάση απέναντι σε αυτά είναι πολιτική επιλογή. Αλήθεια, τι άλλο δείχνει η υιοθέτηση προγραμμάτων ή η χρηματοδότηση εκστρατειών ενημέρωσης για την ανακύκλωση μπαταριών, όταν την ίδια στιγμή επιτρέπεται η καύση pet-coke ή προωθείτε η κατασκευή μονάδων ηλεκτροπαραγωγής με λιθάνθρακα ή λιγνίτη; Από τη μια, «κοιμίζει» τις περιβαλλοντικές ανησυχίες των πολιτών κι από την άλλη, στέλνει ένα σαφές μήνυμα στους εκλεκτούς του πολιτικού συστήματος ότι τα κέρδη τους είναι εξασφαλισμένα με οποιοδήποτε περιβαλλοντικό κόστος. Επαναλαμβάνω, διότι οι καιροί είναι πονηροί: Κανείς δεν υποτιμά τη σημασία της συλλογής των μπαταριών. Κανείς δεν υποτιμά τα οφέλη ια το περιβάλλον από την ανακύκλωση. Οι επιλογές όμως δράσης και οι προτεραιότητες είναι αυτές που χαρακτηρίζουν την πολιτική τοποθέτηση του καθενός. Εξ’ άλλου, τι είναι η πολιτική παρά η επιλογή του τρόπου αντιμετώπισης ενός προβλήματος;
Είναι φανερό λοιπόν ότι τα περιβαλλοντικά προβλήματα είναι εξόχως πολιτικά. Και η αναφορά σε αυτά δεν είναι– ή τουλάχιστον δεν θα έπρεπε να είναι – απλά ένα ρητορικό τέχνασμα άγρας ψήφων, ούτε, φυσικά μια επιταγή των τάσεων της μόδας. Η πράσινη ανάπτυξη είναι κεντρική πολιτική επιλογή που χαρακτηρίζει τη φυσιογνωμία ενός πολιτικού φορέα. Η τοποθέτηση του πολιτικού κόσμου στους φορείς της προόδου ή σε αυτούς της συντήρησης γίνεται ανάλογα με την απάντηση στην επόμενη ερώτηση που θα έπρεπε να είναι: Πράσινη ανάπτυξη, με ποιους και για ποιους;

Αρθρο μου, από την σελίδα "Οικολογία" της εφημερίδας "ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΗΧΩ" φύλλο Κυριακής 22 Νοέμβρη 2009

.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου