Δευτέρα 9 Μαΐου 2011

Κοινωνική Αλληλεγγύη


Η κοινωνική αλληλεγγύη είναι ό μόνος δρόμος ώστε ένας λαός και μια χώρα να περάσουν μια κρίση με τις λιγότερες δυνατές απώλειες και να βγουν από αυτή με σφυρηλατημένες τις δομές που θα μπορέσουν να δώσουν την απαραίτητη για την ανάπτυξη ώθηση.
Δεν είναι κοινωνική αλληλεγγύη η άκριτη στήριξη αιτημάτων, δεν είναι κοινωνική αλληλεγγύη η έκδοση ψηφισμάτων συμπαράστασης, δεν είναι η φιλανθρωπία. Δεν είναι η άρνηση πληρωμών αλλά ο έλεγχος της διαχείρισης. Δεν είναι η καταστροφή αλλά η υπεράσπιση της κοινωνικής περιουσίας. Δεν είναι η άρνηση αλλά η κριτική. Δεν είναι τα συνθήματα αλλά ο διάλογος.
Η κοινωνική αλληλεγγύη προϋποθέτει υψηλού βαθμού κατανόηση της έννοιας της κοινωνικής ευθύνης, υιοθέτηση της αρχής ότι το «κοινό καλό» υπερισχύει του ατομικού χωρίς να το παραγνωρίζει, κριτική εφαρμογή των νόμων, έμπρακτη στήριξη των αδυνάτων, παροχή σε όλους των γνώσεων και εκμάθηση των δεξιοτήτων ώστε να μπορούν να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις της κάθε εποχής.
Κοινωνική αλληλεγγύη σημαίνει πάταξη του καρκινώματος της διαφθοράς σε κάθε της μορφή, κάθε εμφάνιση, κάθε μέγεθος.
Κοινωνική αλληλεγγύη σημαίνει ανάληψη του μεριδίου της ευθύνης που αναλογεί στον Πολίτη στην τήρηση των νόμων. Η ανοχή στην παρανομία είναι η ασφαλέστερη οδός προς την κοινωνική χρεοκοπία.
Κοινωνική αλληλεγγύη είναι η απαίτηση για δημόσια λογοδοσία σε τακτά χρονικά διαστήματα όλων των αιρετών αντιπροσώπων μας. Είναι η επιλογή αυτών που πραγματικά υπηρετούν το κοινό καλό και δεν χαϊδεύουν αυτιά.
Κοινωνική αλληλεγγύη είναι ο έλεγχος όλων όσων πωλούν αγαθά ή παρέχουν υπηρεσίες. Έλεγχος ως προς την ποιότητα και τις τιμές. Έλεγχος ώστε να επιτυγχάνεται η υψηλότερη ποιότητα στη χαμηλότερη τιμή.
Κοινωνική αλληλεγγύη, στις συγκεκριμένες συνθήκες, είναι η ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής και η μείωση της κατανάλωσης εισαγόμενης υπεραξίας.
Η κοινωνική αλληλεγγύη προϋποθέτει γνώση γι’ αυτό απαιτεί η γνώση να μοιράζεται, η πληροφορία να διαχέεται. Προϋποθέτει οργάνωση στην πολυκατοικία, τη γειτονιά, τη συνοικία την πόλη.
Η κοινωνική αλληλεγγύη προϋποθέτει συμμετοχή. Όταν αφήνεις άλλους να κάνουν οτιδήποτε για σένα, μάλλον θα απογοητευθείς.
Μόνο αλληλέγγυοι θα μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε την κρίση κι αντιμετώπιση δεν είναι η άρνηση της ύπαρξης της κρίσης αλλά η συντονισμένη προσπάθεια ώστε ποτέ στο μέλλον καμιά γενιά να μην φτάσει ξανά σε αυτό το σημείο

Κυριακή 8 Μαΐου 2011

Πού αλήθεια πάμε;


Όσο περνούν οι μήνες και η Ελλάδα δείχνει ανίκανη να ξεπεράσει τις παθογένειές της και να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις ώστε να αφήσει την κρίση πίσω της, τόσο περισσότερο δύσκολη θα είναι η επιστροφή στις αγορές και τόσο θα γίνεται περισσότερο πιθανό το ενδεχόμενο της χρεωκοπίας. Παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις πολλών εκ των αναλυτών, ήμουν – και παραμένω – με το μέρος των αισιόδοξων που λένε ότι η κρίση μπορούσε και μπορεί ακόμα να ξεπεραστεί με πολιτικά μέσα και διαρθρωτικές αλλαγές χωρίς να χρειαστεί η χώρα να μπει στην περιπέτεια μιας πτώχευσης με άγνωστες συνέπειες ή αβέβαιη εξέλιξη. Θεωρώ ανόητη, ηττοπαθή και εθνικά επιζήμια την άποψη της άμεσης και επιθετικής χρεωκοπίας, ως αντίδραση μιας αναπόφευκτης εξέλιξης. Θεωρώ επίσης παιδαριώδη την άποψη ότι η προσπάθεια αποφυγής της χρεωκοπίας οδηγεί σε εκπτώσεις σε ζητήματα εθνικής κυριαρχίας. Είναι βέβαιο ότι η οικονομική εξάρτηση μειώνει δραματικά την διαπραγματευτική ικανότητα, το ίδιο όμως και ίσως εντονότερα συμβαίνει και σε περιπτώσεις οικονομικής δυσπραγίας.
Η πίστη στις δυνατότητες της Ελλάδας, όμως, δεν σημαίνει σε καμιά περίπτωση ότι κανείς μπορεί να παραβλέψει τα γεγονότα τα οποία προς το παρόν δείχνουν ότι οι προσπάθειες δεν έχουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Μπορεί η κυβέρνηση να διατείνεται, και εν μέρει είναι αλήθεια, ότι έκανε πολλά αλλά προφανώς δεν έκανε αρκετά. Μπορεί να προγραμματίζει να κάνει και άλλα, αλλά μάλλον αργεί και οι αγορές δεν περιμένουν. Σε κάθε περίπτωση, οι πιθανές πορείες που θα κληθεί η χώρα να ακολουθήσει, θα είναι καλό να μας είναι γνωστές από πριν. Αν λοιπόν το πλέον αισιόδοξο σενάριο αυτή τη στιγμή μιλά για παράταση της περιόδου αποπληρωμής του χρέους με επαναδιαπραγμάτευση των όρων αλλά και συνέχιση του μνημονίου, τότε το χειρότερο σενάριο ποιό είναι;
Είναι πολλοί αυτοί που διατείνονται ότι το χρέος στην Ελλάδα είναι πλέον μη βιώσιμο κι αυτό γιατί με την αδυναμία επίτευξης συγκεκριμένων στόχων, η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας μπορεί να επιτευχθεί μόνο με μια εσωτερική υποτίμηση της τάξης του 30 ή και 40 τοις εκατό. Κάτι τέτοιο όμως είναι αδύνατο να συμβεί στα πλαίσια της νομισματικής ένωσης ή είναι αδύνατο να συμβεί χωρίς η χώρα να έχει τον νομισματικό έλεγχο. Αυτό λοιπόν που προτείνουν είναι η οικειοθελής αποχώρηση από τη ζώνη του ευρώ και η υιοθέτηση εθνικού νομίσματος σε μια ισοτιμία 1 προς 500 σε σχέση με το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα.
Σε μια τέτοια όμως περίπτωση δεν θα αποφευχθεί η κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος οπότε η εθνικοποίηση του συνόλου των τραπεζών θα είναι μονόδρομος. Μια τέτοια εξέλιξη θα ακολουθήσει μακρά περίοδος υψηλότατου πληθωρισμού και μια δύσκολη πορεία ανάκαμψης με χαμηλό σημείο εκκίνησης. Εάν η λύση αυτή επιλεγεί σε συνεννόηση με τους εταίρους μας, η προσφυγή στις αγορές θα μπορούσε να γίνει ενωρίτερα από ότι στην περίπτωση μιας επιθετικής αποχώρησης.
Μια τέτοια εξέλιξη δεν θα αφήσει αλώβητη την υπόλοιπη Ευρώπη. Είναι βέβαιο ότι οι πιστωτές μας και το τραπεζικό σύστημα θα περάσουν δύσκολες μέρες αλλά άλλο τόσο βέβαιο είναι ότι το μερίδιο εκείνο της αγοράς που θα πάει ταμείο μ, θα ηρεμήσει για λίγο αναζητώντας τοποθετήσεις που θα μπορούσαν να αποφέρουν κέρδη στο καινούργιο τοπίο. Το πλήγμα στο ευρώ μπορεί να φέρει παράπλευρα χαμόγελα στο σύνολο της ευρωζώνης καθώς θα ενισχύσει τις εξαγωγές και θα εκτονώσει τις πιέσεις του δολαρίου που στοχεύει στη διατήρηση της πολιτικής εξουσίας των ΗΠΑ στο παγκόσμιο γίγνεσθαι και όχι στην διόγκωση της οικονομίας.
Λαμβάνοντας υπόψη ότι τα οικονομικά προβλήματα είναι πολυπαραγοντικά και η σχέση ανάμεσα σε αίτιο και αποτέλεσμα δεν είναι πάντα αμφιμονοσήμαντη στον πολύπλοκο κόσμο της παγκόσμιας αγοράς, αυτό που θα συμβεί με την Ελλάδα το επόμενο χρονικό διάστημα θα κινηθεί κάπου ενδιάμεσα στο καλύτερο και χειρότερο σενάριο. Προσωπικά πιστεύω ότι δεν έχουμε φτάσει ακόμα σ’ εκείνο το σημείο όπου το χειρότερο σενάριο είναι η μοναδική λύση.  Φοβάμαι όμως ότι εάν η πλειοψηφία των πολιτικών μας εξακολουθήσει να μην κατανοεί την σοβαρότητα των στιγμών θα χρειαστεί να αλλάξει προς το χειρότερο και το χειρότερο σενάριο.
Ένα είναι βέβαιο. Ο λαός και η χώρα καλούνται να πληρώσουν δυσβάσταχτο τίμημα τα επόμενα χρόνια. Η πορεία μας θα είναι δύσκολη. Χωρίς αλληλεγγύη θα είναι αδύνατη.  

Σάββατο 7 Μαΐου 2011

Το θρίλερ της Παρασκευής

Το θρίλερ της Παρασκευής δεν είναι ούτε το μοναδικό ούτε το τελευταίο που βίωσε ή θα βιώσει η ελληνική κυβέρνηση και πολλοί από εμάς. Το επόμενο, άγνωστης διάρκειας, χρονικό διάστημα το συγκεκριμένο θρίλερ αναμένεται να επαναληφθεί ή να επαναλαμβάνεται αρκετά συχνά. Είναι φανερό πλέον, τόσο σε Ευρωπαίους πολιτικούς όσο και σε αναλυτές και διαμορφωτές της κοινής γνώμης, ότι η ελληνική πολιτική θα εξακολουθήσει να είναι απρόβλεπτη και κατά συνέπεια αναξιόπιστη ώστε να μπορέσει να στηριχτεί πάνω της ένα μακροχρόνιο πρόγραμμα οικονομικής ανάκαμψης. Όταν αναφέρομαι στην ελληνική πολιτική δεν εννοώ μόνο, ούτε καν αποκλειστικά την ελληνική κυβέρνηση αλλά την πολιτική σκηνή σαν σύνολο, σαν σώμα, σαν σύστημα. Περιλαμβάνω, δηλαδή τόσο το σύνολο των κοινοβουλευτικών ή μη κομμάτων όσο και την ηγεσία του συνδικαλιστικού κινήματος ή φορέων των παραγωγικών τάξεων.  Οι εξάρσεις άνωθεν του επιπέδου της μετριότητας στο οποίο κινείται όλο το παραπάνω σύνολο, είναι ελάχιστες ώστε να αποτελέσουν ένδειξη έστω ότι η κατάσταση είναι αναστρέψιμη.

Ακόμα και η ίδια η κυβέρνηση παρουσιάζει ελάχιστη συνοχή με εχθρικές πλέον σχέσεις ανάμεσα στα μέλη της. Η απόσταση που χωρίζει τον πρωθυπουργό ή τις πολιτικές που εκείνος θέλει να εφαρμόσει από μέρος της κυβέρνησής του και πολλών βουλευτών του κόμματός του φαίνεται να μεγαλώνει μέρα τη μέρα. Η πολυσυλλεκτικότητα που χαρακτήριζε το κυβερνών κόμμα και που ήταν η μεγάλη του δύναμη, φανέρωσε το αρνητικό της πρόσωπο την πλέον ακατάλληλη χρονική στιγμή. Ίσως  οι ευθύνες της ηγετικής ομάδας να είναι μεγάλες γι’ αυτή την εξέλιξη αλλά κανείς – πλην των ανοήτων - δεν ασκεί κριτική στις αποφάσεις του στρατηγού στην κορύφωση της μάχης.
Η αξιωματική αντιπολίτευση επέλεξε να σταθεί απέναντι σε μια προσπάθεια που θα έπρεπε να είναι εθνική για να είναι αποτελεσματική. Ακόμα κι αν είχε αντίρρηση στο σχεδιασμό, είχε υποχρέωση να παράσχει την κριτική της στήριξη παρά να οδηγεί μεγάλο μέρος του πληθυσμού σε βαυκαλιστικές απόψεις περί αναίμακτης εξόδου από την κρίση χωρίς την έξωθεν στήριξη ή βοήθεια. Σε περιόδους κρίσης, η στροφή ή η διολίσθηση προς τον λαϊκισμό μπορεί να γίνει πολύ επικίνδυνη. Η παράβλεψη αυτού του γεγονότος είναι τραγικό λάθος το οποίο όμως αφήνει αδιάφορη την ηγεσία της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Τα κόμματα της αριστεράς, με προφανή την ιδεολογική αδυναμία εξήγησης των φαινομένων που βιώνουμε και αξιολόγησης των προοπτικών ή των λύσεων, επιδίδονται σε μια μάχη ποιο θα βαδίσει μακρύτερα πάνω στον λεπτό πάγο του λαϊκισμού χωρίς να πέσει στα νερά του εφιάλτη του φασισμού. Δεν ξέρω πόσες φορές έχουν γίνει τα στελέχη τους μούσκεμα μέχρι σήμερα.
Η πλειοψηφία των ηγεσιών των συνδικαλιστικών παρατάξεων, συνεπικουρούμενη από κομματικούς μηχανισμούς του συνόλου του πολιτικού φάσματος, δεν στάθηκε ούτε στιγμή στο παρασκήνιο αυτοκριτικά.  Δεν στάθηκε καν να σταθμίσει το ρόλο που θα μπορούσε να παίξει σε μια πιθανή προσπάθεια ανόρθωσης της οικονομίας κύρια αλλά και έμμεσα του κύρους, της αξιοπιστίας και άρα της ανεξαρτησίας της χώρας. Αντίθετα, θέτοντας εαυτόν ξεδιάντροπα εκτός αυτών οι οποίοι ευθύνονται για την πορεία προς τον εξευτελισμό της χώρας επιδίδονται σε έναν αγώνα διατήρησης κεκτημένων κρύβοντας από τα μέλη τους το προφανές: οποιαδήποτε «συνδικαλιστική νίκη αυτή τη στιγμή δεν θα είναι απλά πύρρειος αλλά μεγαλοπρεπής εθνική ήττα με τραγικές συνέπειες.
Ο επιχειρηματικός κόσμος παγιδευμένος στον κρατισμό του, αδυνατεί να βρει πορεία απεμπλοκής από επιδοτήσεις και χρηματοδοτήσεις. Φοβικός, μίζερος, με λογικές νεόπλουτου, σπεύδει να κρύψει ό,τι μέχρι χθες επιδείκνυε: έναν πλούτο που στις περισσότερες των περιπτώσεων αποκτήθηκε με δραστηριοποίηση στη γκρίζα ζώνη μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας όπου ανέκαθεν συναγελάζεται μερίδα των πολιτικών και επιχειρηματιών.
Αυτό που βλέπει παρατηρώντας τη χώρα ο τεχνοκράτης που καλείται μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα να βρει λύση σε ένα πολύπλοκο ζήτημα είναι όχι μια συντονισμένη και αποφασιστική κίνηση  προς τα εμπρός αλλά μια χαοτική κίνηση προς κάθε κατεύθυνση με σαφείς αντίρροπες προς τη σωτηρία τάσεις.
Αν κανείς νομίζει ότι η εικόνα που φτάνει στους πιστωτές είναι ακηλίδωτη και λαμπρή, μάλλον ζει σε άλλο σύμπαν. Αν επίσης κανείς νομίζει ότι υπάρχει η πολυτέλεια των μακροσκελών, ανέξοδων και αδιέξοδων συζητήσεων καφενείου με όσους προσπαθούν να λύσουν το πρόβλημα «υπερχρέωση χωρών της ΕΕ» μάλλον θα πρέπει να αναθεωρήσει σύντομα τις απόψεις του. Στις  συζητήσεις όλης της ευρωπαϊκής σκηνής πρώτης γραμμής, πολιτικής και επιχειρηματικής, αυτό που επικρατεί είναι η ανάγκη επίλυσης (με την έννοια της δρομολόγησης της λύσης) του προβλήματος το συντομότερο δυνατό. Η κατανόηση των αιτιών που οδήγησαν μέχρι εδώ ή η αποδοχή και λήψη υπόψη ιδιαιτεροτήτων, αφήνει παγερά αδιάφορο τον καθένα. Δεν θα μπορούσε καν να γίνει αλλιώς.
Στο πλαίσιο αυτής της λογικής και αυτής της προσέγγισης του προβλήματος, προσωπικά λέω ότι είναι θαύμα -  που οφείλεται στους πολιτικούς και όχι στους τεχνοκράτες  - ότι ακόμα η Ευρώπη ανέχεται καμώματα της Ελληνικής πολιτείας που μεταφράζονται σε αναποφασιστικότητα, ατολμία, ασυνεννοησία, αναβλητικότητα, απραξία. Δεν ξέρω όμως για πόσο ακόμα η πολιτική βούληση θα επικρατεί του τεχνοκρατικού ορθολογισμού. Αν η ισορροπία αυτή αντιστραφεί κανείς δεν θα πρέπει να θεωρήσει έκπληξη επώδυνες αποφάσεις που μπορεί να φτάσουν μέχρι και την αποπομπή από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Να είστε βέβαιοι ότι καμιά ευρωπαϊκή νομοθεσία δεν πρόκειται να εμποδίσει μια τέτοια πράξη εάν η πολιτική απόφαση είναι ειλημμένη.
Μέχρι τότε, ας είμαστε προετοιμασμένοι για θρίλερ της Παρασκευής.

Πέμπτη 5 Μαΐου 2011

Σώστε την Κάρλα


Εικόνα από τον ταμιευτήρα της Κάρλας

 Πληθαίνουν οι πληροφορίες καθώς και τα δεδομένα από την λίμνη Κάρλα και την ευρύτερη περιοχή επιρροής της που θα έπρεπε να κάνουν πολλούς να χάσουν τον ύπνο τους. Ο κίνδυνος το καμάρι της πανευρωπαϊκής πρωτιάς αποκατάστασης να εξελιχθεί σε τραγωδία είναι μεγάλος.
«Δεν είναι εικόνα νερού λίμνης αυτή»
Τα λόγια του ανθρώπου που εξετάζει δείγματα από τη λίμνη ηχούν ακόμα στ’ αυτιά μου. Μια σειρά μικροοργανισμών, πληθώρα θρεπτικών συστατικών, μεγάλες ποσότητες οργανικού φορτίου,  χαμηλός δείκτης διαύγειας. Οι οσμές δεν θα αργήσουν να έρθουν.
Τι συμβαίνει αλήθεια; Τι είναι αυτό που οδηγεί τα πράγματα προς την καταστροφή πάνω σε ράγες;
Η Θεσσαλική πεδιάδα είναι ένα λαμπρό παράδειγμα εντατικής καλλιέργειας και άρα εντατικής εκμετάλλευσης πόρων. Η χρήση λιπασμάτων είναι τόσο υψηλή που σε πολλές περιπτώσεις το επιφανειακό στρώμα του εδάφους είναι κορεσμένο σε συγκεκριμένα θρεπτικά στοιχεία. Το φυτό «αντλεί» τα θρεπτικά στοιχεία μέσω του ριζικού του συστήματος από συγκεκριμένο βάθος. Μάλιστα, από τη διαθέσιμη ποσότητα θρεπτικών συστατικών (όση δηλαδή φτάνει από την επιφάνεια στο συγκεκριμένο βάθος) ένα σχετικά μικρό μέρος μόνο απορροφάται στο φυτό. Η υπόλοιπη είτε φτάνει στον υπόγειο υδροφορέα, είτε οδηγείται στο πλούσιο δίκτυο αποστράγγισης που τέμνει όλη την Θεσσαλική πεδιάδα. Το σύνολο λοιπόν των στραγγισμάτων της πεδιάδας μεταξύ Βόλου και Λάρισας στραγγίζει στην Κάρλα όπου και μεταφέρει το θρεπτικό του φορτίο. Προσθέστε στα παραπάνω, το Ασμάκι με τα πλούσια σε οργανικό φορτίο νερά του, τα αστικά λύματα που καταλήγουν σε αποστραγγιστικές τάφρους, τις κτηνοτροφικές μονάδες που ξεπλένουν την κοπριά τους και ό,τι άλλο βάλει ο νους σας κι έχετε ήδη τη μαγιά.
Ευτροφισμός στο υδατικό σύστημα του πηνειού
Ύστερα πάρτε ένα μεγάλο, ρηχό ταψί στο οποίο ρίχνετε σιγά – σιγά νερό. Όχι οποιοδήποτε νερό αλλά αυτό που κουβαλά όλα όσα αναφέραμε παραπάνω. Αφήστε αυτό το νερό για μερικούς ζεστούς και υγρούς μήνες χωρίς ουσιαστική κίνηση που θα έφερνε μια λυτρωτική ανάδευση και όχι ένα απλό ανακάτεμα. Το συγκεκριμένο ταψί δεν είναι το οποιοδήποτε αλλά μια πεδιάδα που καλλιεργήθηκε επίσης ή κάποιοι πεδινοί βοσκότοποι πλήρεις οργανικών θρεπτικών συστατικών.  Αυτό είναι η λίμνη Κάρλα: ένα μεγάλο ρηχό ταψί που αν ποτέ το νερό μέσα της φτάσει το επιθυμητό βάθος, δεν θα είναι πια μια ζωντανή λίμνη αλλά ένας βόρβορος, μια σούπα που θα σκοτώνει τον εαυτό της.
Αν τα παραπάνω σας φαίνονται φυσιολογικά, πάρτε ένα από τα πλέον βρώμικα ποτάμια της χώρας, φτιάξτε ένα αντλιοστάσιο λίγα μέτρα από την έξοδο της Εγκατάστασης Επεξεργασίας Αποβλήτων μιας πόλης 200.000 κατοίκων και στείλτε το συγκεκριμένο νερό στην Κάρλα. Αυτό έγινε με το περίφημο αντλιοστάσιο τροφοδοσίας της Κάρλας από τον Πηνειό. Τροφοδοσίας, σωστά, αλλά ποιον τροφοδοτούμε και με τι; Η οικολογική εικόνα του Πηνειού απέχει πολύ από το να θεωρείται ακόμα και μέτρια. Τις περισσότερες φορές είναι κακή έως πολύ κακή και κανένα «τερτίπι» μέτρησης δεν μπορεί να το κρύψει αυτό.  Ο Πηνειός, πέρα από τα αγροτικά και κτηνοτροφικά απόβλητα, κουβαλά στον όγκο του αστικά επεξεργασμένα ή ...λιγότερο επεξεργασμένα λύματα, βιομηχανικά απόβλητα. Ακόμα και η διάλυσή τους στην ενίοτε πλούσια χειμερινή ροή του δεν μπορεί να κρύψει την εικόνα ενός δυνητικά ευτροφικού συστήματος που όταν βρίσκει την ευκαιρία, αναδεικνύεται. Τροφή λοιπόν, μεταφέρουμε από τον Πηνειό προς τους δυνητικά τοξικούς μικροοργανισμούς που έχουν κατακλύσει την Κάρλα. 
Το παραπάνω βιοϋδατικό σύστημα «κορυφώνεται» στην Κάρλα όπου και καταλήγει. Θα προκαλούσε (και ίσως έχει προκαλέσει στο παρελθόν) σοβαρά προβλήματα και σε κλειστές θάλασσες όπως είναι ο Παγασητικός  κόλπος , όχι όμως τόσο έντονα σε ανοιχτά πελάγη. Σίγουρα υποβαθμίζει ευαίσθητες περιοχές όπως το δέλτα ενός ποταμού. Αυτό όμως που συμβαίνει στην Κάρλα είναι πραγματικά η κορύφωση. Η υπερσυγκέντρωση θρεπτικών συστατικών, η χαμηλή στάθμη, οι κλιματικές συνθήκες, η ανυπαρξία κυκλοφορίας, η παρουσία συγκεκριμένων πληθυσμών δυνητικά τοξικών φυκών ή πρωτόζωων, η αστάθεια στη στάθμη που αποτρέπει την ανάπτυξη άλλων πληθυσμών (ψαριών, εντόμων, αμφίβιων, ψαριών, πτηνών) οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια σε ένα είδος αυτοκαταστροφικού οικοσυστήματος, μιας νεκρής λίμνης.
Στρώμα ερυθρών αλγών στον Ληθαίο
Είναι πραγματικά τραγικό να είμαστε αντιμέτωποι με την προοπτική μιας νεκρής λίμνης για την δημιουργία της οποίας δαπανήθηκαν υπερπολύτιμοι οικονομικοί - και όχι - μόνο πόροι. Ειλικρινά λυπάμαι αλλά δεν μιλώ για μια προοπτική που έχει έστω λίγες πιθανότητες να μετατραπεί σε πράξη αλλά για μια άκρως πιθανή πραγματικότητα. Για να προλάβω τους μηδενιστές της οικολογίας, στην εξέλιξη αυτή δεν φταίει η ανθρώπινη παρέμβαση στη φύση που ακόμα κι όταν γίνεται για να αποκαταστήσει βλάβες, δεν παύει να είναι παρέμβαση.  Φταίει ο κακός σχεδιασμός, τα λάθη στη μελέτη και η κλασσική ελληνική νοοτροπία που θεωρεί ότι μπορεί να λύσεις προβλήματα μα «πασαλείματα», ισορροπίες και στρογγυλέματα. Φταίει που το έργο μελετήθηκε, σχεδιάστηκε και εκτελέστηκε από μηχανικούς οι οποίοι μπορούσαν να το κάνουν και δεν ρώτησαν ποτέ ή δεν έλαβαν ποτέ υπόψη τόσους άλλους που επέμεναν στην διαφύλαξη κάποιων περιβαλλοντικών συνθηκών.
Κι όσο σκέφτομαι τα όνειρα που εδράσθηκαν σε αυτό το έργο. Τα χρήματα που δαπανήθηκαν. Τις ελπίδες που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν με τη λίμνη.  Τις προσδοκίες...
Μπορεί άραγε να γίνει κάτι τώρα;, Μπορούμε να κάνουμε κάτι; Ας προβληματιστούμε σοβαρά όλοι μας όσοι έχουμε εμπλακεί με τον έναν ή τον άλλον τρόπο σε αυτή την ιστορία. Για εμένα προσωπικά είναι ένα στοίχημα που ΠΡΕΠΕΙ να κερδηθεί. 

Καπετανάτα


Οι διαμάχες ανάμεσα στους οπλαρχηγούς μετά την εξέγερση του 1821 είχε να κάνει και με τα καπετανάτα.  Την αυτονομία και αυτοδιάθεση δηλαδή, καθώς και τον απόλυτο έλεγχο μιας περιοχής από τον οπλαρχηγό, τον καπετάνιο.  Η συνείδηση της ομάδας δηλαδή ήταν ισχυρή στα γεωγραφικά όρια επιρροής του καπετάνιου και αδυνατούσε όσο μεγάλωνε η απόσταση από αυτή. Με άλλα λόγια, ήταν πολύ δύσκολο έως αδύνατο στον Τριπολιτσιώτη που προσκυνούσε το Κωλοκοτρονέικο να υπηρετήσει τον Καραϊσκάκη σαν γενικό αρχηγό.  Η νοοτροπία αυτή δεν πηγάζει από έναν απλό τοπικισμό αλλά έχει βαθύτερες ρίζες και γι’ αυτό οδήγησε σε τραγικές για τον τόπο και το μέλλον του καταστάσεις.
Την ίδια νοοτροπία του ανήκειν σε υποσύνολα με ποικίλης έντασης δεσμούς την συναντάμε ακόμα και σήμερα με εξάρσεις  που δύσκολα γίνονται κατανοητές από πολλούς. Θυμηθείτε τις σφοδρές αντιδράσεις ορισμένων στην πρώτη προσπάθεια Διοικητικής Μεταρρύθμισης με την επωνυμία «Καποδίστριας». Θυμηθείτε τους «ηρωϊκούς» κοινοτάρχες που αρνούνταν σθεναρά μα προσδεθούν στο άρμα του γειτονικού Δήμου. Η ιδέα και μόνο ότι μπορεί να «ανήκουν» ή να «υποταχθούν» σε καπετανάτο μεγαλύτερο από το δικό τους, το οικείο τρομάζει τους κάθε άλλο παρά γραφικούς τοπικούς «άρχοντες».
Η ίδια νοοτροπία ανιχνεύεται και πίσω από την δήλωση του Δημάρχου Μαρκόπουλου που, ούτε λίγο ούτε πολύ είπε στους γειτόνους του της Λαυρεωτικής: «σας κατανοώ και θα στενοχωρηθώ αν πνιγείτε, αλλά δεν απλώνω το χέρι να σας σώσω».
Τι είδους νοοτροπία είναι όμως αυτή;  Να ξεκαθαρίσω πριν συνεχίσω ότι κι ο τρελός του χωριού γραφικός είναι αλλά κανείς δεν σκέφθηκε να τον προτείνει σαν πρότυπο μίμησης. Κάποιοι μπερδεύουν την διάθεση για αυτοδιάθεση ή αυτοδιαχείριση με την ανυπακοή στους νόμους. Τους πληροφορώ ότι η ανομία οδηγεί σε χειρότερη σκλαβιά από οτιδήποτε έχουν διαβάσει ή δει στον κινηματογράφο. Άρα η εικόνα του ανυπότακτου χωριού είναι μεν πιασάρικη αλλά καλή μόνο για πλάκες καφενείου. Τι είδους νοοτροπία είναι αυτή λοιπόν; Τι οδηγεί τον κοινοτάρχη Τσαριτσάνης, τον δήμαρχο Μαρκόπουλου ή τον Αλέξη Τσίπρα (*) να μη μπορούν να ανοίξουν τη σκέψη τους πέρα από τα στενά όρια του καπετανάτου τους;
«Η εξουσία» θα πει κάποιος και δεν θα 'χει άδικο. Πρωταρχικό ρόλο παίζει το γεγονός ότι ο καθένας από όσους έχουν τη συγκεκριμένη νοοτροπία γεμίζει το εγώ του μόνο μέσα στα πλαίσια της περιοχής του. Έξω απ’ αυτή δεν είναι τίποτα ή έστω τίποτα περισσότερο από πολλούς άλλους σαν κι αυτόν. Αυτή την δύναμη δεν θα την παραχωρήσει κάνεις εύκολα. Όταν μάλιστα αυτή η εξουσία αναμιχθεί με ματαιοδοξία τότε μπορεί να έχουμε φαινόμενα σαν του Φωτόπουλου της ΔΕΗ για παράδειγμα ο οποίος χρησιμοποιεί την μικρή του εξουσία σε συνδυασμό με την δυνατότητά του να εκβιάζει καταστάσεις για να  θρέψει την ματαιοδοξία του. Να αισθανθεί για λίγο «μεγάλος».
Όμως αυτό που πραγματικά κρύβεται πίσω από την επίφαση αυτή εξουσίας είναι το απόλυτο κενό, το τίποτα. Αυτό που κρύβεται πίσω από την άρνηση κάποιων να εντάξουν τα «καπετανάτα» τους σε μια κοινή προσπάθεια κάτω από την ηγεσία άλλων είναι η απέραντη κακομοιριά, η μιζέρια χωρίς τέλος. Είναι το στύλωμα των ποδιών του γαϊδάρου που δεν προχωρά όχι γιατί δεν του αρέσει εκεί που θα τον πας αλλά γιατί είναι πολύ ηλίθιος να ζυγίσει καν αν αυτό στο οποίο βρίσκεται είναι καλύτερο ή χειρότερο από εκεί που θα βρεθεί σε λίγο. Είναι ο συντηρητισμός της άγνοιας ή της ημιμάθειας. Είναι η πανικόβλητη αντίδραση του αναλφάβητου μπροστά σε κάποιον που του κολλάει ένα έγγραφο στο πρόσωπο. Η συγκεκριμένη νοοτροπία δεν γνωρίζει χρώματα, τάξεις, πολιτικές και ιδεολογίες. Βρίσκεται παντού και πάντα προκαλεί προβλήματα ή δημιουργεί αδιέξοδα. Ποτέ δεν θα την δείτε να γεφυρώνει διαμάχες ή να ενώνει. Αν το έκανε θα αναιρούσε τον εαυτό της.

(*) Ο πρόεδρος του Συνασπισμού ζήτησε τη διαγραφή σημαντικού μέρους των δημοσίων χρεών και τη μεταφορά μέρους του στην ΕΚΤ. Σαν να καλεί ο επικεφαλής μιας δημοτικής παράταξης στο Δήμο Αγιάς Λάρισας, την Τράπεζα της Ελλάδας να πληρώσει τα χρέη του Δήμου

Τετάρτη 4 Μαΐου 2011

Tolerance Τέλος


Το 2008, βιομηχανία της περιοχής του Ασωπού, καταθέτει φάκελλο για έγκριση στο τότε ΥΠΕΧΩΔΕ , προκειμένου να της δοθεί η άδεια χρήσης της τεχνολογίας των μηδενικών απορροών στο εργοστάσιό της. Στην αναμονή για την απόφαση, η νομαρχία Βοιωτίας, κάτω από την πίεση της δημοσιότητας, ανακοινώνει το κλείσιμο της βιομηχανίας για επειδή δεν είχε άδεια διαχείρισης των αποβλήτων της. Η εταιρεία προσφεύγει στο ΣτΕ με την σαφέστατη δικαιολογία ότι περιμένει την έγκριση του φακέλλου από τις υπηρεσίες του ΥΠΕΚΑ (πλέον) και φυσικά δικαιώνεται.
Η εταιρεία Ελληνικός Χρυσός αναμένει από το 2004 την απόφαση της πολιτείας για την χορήγηση ή μη της άδειας λειτουργίας στην Χαλκιδική.
Η Kavala Oil, έχει καταθέσει εδώ και περισσότερα από 2 χρόνια αίτηση για επέκταση της δραστηριότητάς της και για χρήση της παλιάς θέσης άντλησης πετρελαίου στον Πρίνο σαν αποθήκης φυσικού αερίου. Η απάντηση δεν έχει φτάσει ακόμα.
Μια σειρά επιχειρήσεων έχουν καταθέσει αιτήσεις για αδειοδότηση δραστηριοτήτων οι οποίες εκκρεμούν εδώ και χρόνια.

Η κυρία Μπιρμπίλη άραγε είναι εντάξει με αυτή την κατάσταση; Νοιώθει ότι υπηρετεί το περιβάλλον και τη χώρα, όπως ορκίστηκε κατά την περιπετειώδη ανάληψη των καθηκόντων της; Τι έχει κάνει ώστε αυτή η απαράδεκτη κατάσταση να πάρει τέλος; Έχει άραγε παρέμβει ποτέ στις υπηρεσίες του Υπουργείου που διευθύνει; Έχει ζητήσει αποτελεσματικότητα από τους υπηρεσιακούς παράγοντες των οποίων είναι η πολιτική προϊσταμένη;

Έχω γυρίσει σχεδόν όλη την Ελλάδα και από παντού το μήνυμα είναι ένα:  ένα κράτος δικαιούται να απαιτεί όταν το ίδιο τηρεί τις υποχρεώσεις του. Καμιά υπηρεσιακή δυσκολία δεν δικαιολογεί καθυστερήσεις τέτοιας διάρκειας! Επί τέλους! Ας στείλει κάποιον η κ. Υπουργός στις υπηρεσίες και να δει πόσοι φάκελλοι και από πότε εκκρεμούν! Κι ύστερα ας αναφωνήσει έστω και ελληνοαγγλικά: tolerance τέλος! Η ευνομούμενη πολιτεία που σέβεται τον εαυτό της, επιβάλλει τους όρους λειτουργίας μιας δραστηριότητας και φροντίζει για την εφαρμογή της. Δεν δημιουργεί στρατίες ομήρων επιχειρηματιών ή επενδυτών ούτε καλλιεργεί τις συνθήκες άλλου είδους συναλλαγών ανάμεσα στον πολίτη και τις υπηρεσίες. Πόσο δύσκολα κατανοητό είναι αυτό; Πόσα ιδιαίτερα θα χρειαστούν ώστε κάποιοι υπουργοί να κατανοήσουν ότι καμιά πολιτική απόφασή τους και κανένας νόμος δεν πρόκειται να εφαρμοστεί όσο ο υπηρεσιακός μηχανισμός δεν λειτουργεί όπως πρέπει.; 

Κυριακή 1 Μαΐου 2011

Μια φωνή λογικής απέναντι στους καιροσκόπους

Κάποιος μάνατζερ αστέρων, μετά την Πάττυ περιέφερε στην πρωτεύουσα τον Max Keizer, γνωστό διαδικτυακό αστέρα να μιλήσει για την κρίση στην Ελλάδα. Δεν ξέρω αν το μπουλούκι - Keizer θα κάνει και καλοκαιρινές αρπαχτές στην επαρχία - όποιος ενδιαφέρεται ας ρωτήσει στο πρακτορείο του (αλήθεια, που είναι τα γραφεία της Σπίθας;) - ή σωθήκαμε μια κι έξω απ' αυτόν. Αναρωτήθηκα πολλές φορές ποια η χρεία τέτοιων κινήσεων και ειλικρινά ποτέ δεν την κατάλαβα. Ποτέ δεν χώνεψα ότι κάποιος μπορεί να θέσει σε κίνδυνο μια ολόκληρη χώρα απλά για να κατοχυρώσει ένα μονοψήφιο εκλογικό ποσοστό που ίσως του εξασφαλίσει μια ή λίγο περισσότερες βουλευτικές έδρες. Ας είναι. Μερικά πράγματα συμβαίνουν για να επιβεβαιώσουν μερικές απλές πανάρχαιες αλήθειες. Μια από αυτές είναι ότι δεν είμαστε όλοι ίσοι. Αξίζουμε όλοι ίσες ευκαιρίες αλλά δεν είμαστε ίσοι. 
Πολλές φορές σκέφτηκα να γράψω ένα σεντόνι με τις ιδέες, τις σκέψεις, τις απόψεις μου σχετικά με την κρίση. Δεν το έκανα επειδή ο θυμός με τα όσα ακούω δεν με άφηνε με καθαρή και νηφάλια σκέψη. Ευτυχώς όμως και χάρη κυρίως σε άλλο ιστολόγιο (αυτό της Παραπολιτικής) ανακάλυψα τρία άρθρα που  περιέχουν όλα όσα ήθελα να πω. Έχουν γραφεί από τον Γεώργιο Παγουλάτο, και έχουν δημοσιευθεί στην εφημερίδα "Καθημερινή
Τα άρθρα παρατίθενται με τη σειρά και τον τίτλο που δημοσιεύθηκαν.



 Η Επανάσταση του Τζάμπα

Και ξάφνου, μέσα στο μπάχαλο μιας κοινωνίας σε κρίση, ο τζαμπατζής επιβάτης κι ο έμπορος που δεν δίνει απόδειξη απέκτησαν τη θεωρητική τους νομιμοποίηση: ασκούν, λέει, το δικαίωμα της ανυπακοής. Πράγματι, είναι κεκτημένο του πολιτικού μας πολιτισμού το δικαίωμα του πολίτη να ανθίσταται στην εξουσία – εάν αυτή καταλύει το Σύνταγμα, τις δημοκρατικές ελευθερίες, τα δικαιώματα. Εκεί στηρίχθηκε η αντίσταση σε τυραννίες, το κίνημα του Γκάντι και του Μαντέλα. Αυτό ενέπνευσε τους μαύρους ακτιβιστές στην Αλαμπάμα να καθίσουν στο λεωφορείο, αντί να στέκονται πίσω όρθιοι όπως ο ρατσιστικός νόμος απαιτούσε. «Ανυπακοή» επικαλούνται και οι τζαμπατζήδες των δημόσιων μέσων, παρακινούμενοι από ανεύθυνους συνδικαλιστές που κλείνουν το μετρό σαν να είναι μαγαζί τους. Ετσι φτάσαμε από το κίνημα των πολιτικών δικαιωμάτων στο κίνημα του τζάμπα, από τη Ρόζα Παρκς στον Απόστολο Γκλέτσο. Είναι φαίνεται η μοίρα των μεγάλων ιδεών να ξαναζούν μια δεύτερη ζωή σαν φάρσα.
Πρώτον: ψυχραιμία. Δεν είμαστε χώρα υπό κατοχή: είμαστε ευρωπαϊκή οικονομία υπό σκληρή προσαρμογή, έπειτα από δεκαετίες άμετρων παροχών και ανάπτυξης. Δεύτερον, ούτε δικτατορία έχουμε, ούτε ιντιφάντα χρειάζεται, ούτε οι πολίτες στερούνται δικαιωμάτων. Το αντίθετο μάλλον συμβαίνει: έχουμε χάσει την αυτονόητη αντιστοίχιση δικαιωμάτων με υποχρεώσεις. Σε αυτή την ανομική κοινωνία λοιπόν, που αν κάτι τη χαρακτηρίζει είναι ακριβώς η διάχυτη κατάχρηση δικαιωμάτων και η αναιμική αίσθηση υποχρεώσεων, βρήκαν οι ρήτορες της «αντίστασης» να κηρύξουν την ανυπακοή προς το κράτος. Ποιο κράτος; Αυτό που, έχοντας πιάσει πάτο, πασχίζει να νοικοκυρέψει δαπάνες, να μαζέψει έσοδα, να κάνει λογαριασμό. Σ’ αυτό το παραπαίον κράτος, το ζαλισμένο από την οξύτητα των κρίσεων (δημοσιονομικό, μεταναστευτικό, ανομία), βρήκαν οι λαϊκοί σωτήρες μας να κηρύξουν την ανυπακοή.
Σαν τους ρήτορές της, η γλώσσα της καθ’ ημάς ανυπακοής όζει αναχρονισμού. Όσο κι αν αντιβαίνει σε δημοφιλείς μας μύθους, η Ελλάδα δεν είναι μια ατυχήσασα χώρα. Δεν είναι Χιλή, Σιέρα Λεόνε, Λίβανος, Παλαιστίνη, Γιουγκοσλαβία... Τα τελευταία 65 χρόνια κάναμε δύο κρίσιμες γεωπολιτικές «επενδύσεις» (τη Δύση στον Ψυχρό Πόλεμο, την Ευρώπη στη μεταπολίτευση) που «μας βγήκαν» · απέδωσαν με το παραπάνω. Σε αντίθεση με άλλες, η Ελλάδα δεν είναι μια χώρα που οι πόροι της ληστεύθηκαν από τον διεθνή ιμπεριαλισμό και καπιταλισμό (τον διεθνή καπιταλισμό αντιθέτως, τα τελευταία 30 χρόνια, θα θέλαμε να είχαμε προσελκύσει). Αν έφτασε η Ελλάδα στη χρεοκοπία το οφείλει κυρίως σε αποτυχίες των πολιτικών της. Με την κρίσιμη ανοχή, συνενοχή και συμμετοχή πλειονότητας πολιτών στις πελατειακές διευθετήσεις, τα συντεχνιακά προνόμια, τη φοροδιαφυγή και τη διαφθορά. Λάβαμε ένα μεγάλο Σχέδιο Μάρσαλ και τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές εισροές μετά το ’80, μέρος των οποίων φροντίσαμε να σπαταλήσουμε. Πήραμε επίσης πέρυσι το μεγαλύτερο δάνειο στην ιστορία (110 δισ.), το οποίο σύντομα οι εταίροι μας θα φροντίσουν να αναδιαρθρωθεί υπέρ μας. Ζούμε τέλος, από το 1974, τη μακρότερη αδιάλειπτη δημοκρατία, ειρήνη και (μέχρι πρότινος) ευημερία στην ιστορία του ελληνικού κράτους. Επομένως, και οι κομβικές εθνικές επιλογές μας δικαιώθηκαν, και η κουλτούρα της εθνικής «θυματοποίησης» δεν δικαιολογείται.
Γιατί λοιπόν αυτή η ανάδυση της «ανυπακοής», με μια χονδροειδή ρητορεία περί «ξένης κατοχής»; Η πρώτη εξήγηση παραπέμπει στα υπόγεια ρεύματα της ελληνικής κοινωνίας. Με μια Αριστερά που προτιμούσε τον Τσε από τον Ζαν Ζωρές, τον Βελουχιώτη από τον Αλ. Παπαναστασίου. Με μια Δεξιά, που αντί να υπερασπιστεί τις (συντηρητικές στο κάτω κάτω) αξίες της φιλοπονίας, της αξιοκρατίας, της κοινωνικής ευταξίας, του κράτους δικαίου, της νοικοκυρεμένης διαχείρισης, λούφαξε και μεταμορφώθηκε σε λαϊκιστικό κακέκτυπο των ιδεολογικών της αντιπάλων. Σε μια κοινωνία που, ενοχοποιημένη για τη μεταχείριση των ηττημένων του Εμφυλίου, ανήγαγε την «ανυποχώρητη αντίσταση» σε ηγεμονική κουλτούρα και την καταγγελτική ανυπακοή σε υπέρτερη αξία.
Η δεύτερη εξήγηση παραπέμπει στη δυσλειτουργία των θεσμών, άλλοθι ανομίας και ανυπακοής. Δημόσιοι λειτουργοί χρηματίζονται. Δικαστές αδυνατούν να τιμωρήσουν προκλητικούς επιχειρηματίες του υποκόσμου, που, καβάλα στα κτηνώδη τζιπ τους, εμπαίζουν την κοινωνία φυσώντας μας τον καπνό του τεράστιου πούρου τους. Βουλευτές ζητούν θυσίες από τους άλλους – ξεχνώντας τον εαυτό τους και τους υπεράριθμους υπαλλήλους τους. Η διερεύνηση των διεφθαρμένων πολιτικών που ζημίωσαν τη χώρα κινείται με ρυθμούς παγετώνος, η συντεχνιακή αλληλεγγύη βασιλεύει, οι εξεταστικές επιτροπές δυσφημούν τη Βουλή ως το μεγαλύτερο πλυντήριο της χώρας. Αδυνατώντας να υπερβεί τον μικρό εαυτό του, το πολιτικό μας προσωπικό παίζει με τη φωτιά. Ανοίγει χώρο στα άκρα, στο ετερόκλητο συνονθύλευμα που συνενώνει αμετανόητους κομμουνιστές, υστερικούς εθνικιστές και ποικιλώνυμους τυχοδιώκτες, που με παραληρηματικά μανιφέστα εξωραΐζουν την «ανυπακοή», κολακεύοντας την οργή του κόσμου.
Ολοι αυτοί, σε κακόφωνη αρμονία, εργάζονται για τη διάλυση του κράτους. Ενός κράτους που βέβαια δεν το έχει ανάγκη ούτε ο γκάνγκστερ με το πούρο (αυτός έχει τους φουσκωτούς του) ούτε ο μεγαλο-φοροφυγάς (αυτός έχει τις καταθέσεις έξω και τα ακίνητα σε οφσόρνεκρωμένου κέντρου της Αθήνας που καταστρέφεται. Από την αποτυχία του κράτους κερδίζουν μόνο οι δυνάμεις του μπάχαλου: χρυσαυγίτες-κυνηγοί μεταναστών, εξτρεμιστές που ονειρεύονται την Ελλάδα Αίγυπτο, χουλιγκαναίοι παντός είδους. Και κερδοσκόποι (για να μην ξεχνιόμαστε), διεθνείς και εγχώριοι, που ποντάρουν στην οικονομική κατάρρευση για να μας αγοράσουν κοψοχρονιά...


Η δική μας κρίση δεν είναι καπιταλιστική



«Ρυθμίστε μας γιατί είμαστε πολύ άπληστοι», ζητούσαν κάποιοι Αμερικανοί τραπεζίτες το 2008, στην ταινία-χρονικό της διεθνούς οικονομικής κρίσης «Στημένη Δουλειά» (Inside Job). «Περιορίστε μας γιατί είμαστε πολύ ανεπαρκείς», θα έπρεπε να ζητούν από τις Βρυξέλλες κάποιοι Ελληνες πολιτικοί, σε ένα υποθετικό χρονικό της ελληνικής χρεοκοπίας.
Η χρηματοπιστωτική απορρύθμιση στις ΗΠΑ ήταν μια επιτήδεια δουλειά «από μέσα», έργο μιας ελίτ που το έφτιαξε στα μέτρα της. Το δικό μας δημοσιονομικό σύστημα πριονίστηκε «από κάτω», από τη διαχρονική συνέργεια πολιτικών, κρατικοδίαιτης κλεπτοκρατίας, οργανωμένων συμφερόντων και ψηφοφόρων, που όλοι αθροίζονταν σε μια πιθανή πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας. Ομως, το άθροισμα των επιμέρους συμφερόντων δεν ταυτίζεται με το γενικό συμφέρον. Το πλήθος των συντεχνιακών πελατών ενός κράτους-λάφυρου δεν φτιάχνει κοινωνία, όπως και η ικανοποίηση των οικονομικών διεκδικήσεων δεν συνιστά οικονομική πρόοδο.
Η δική μας κρίση δεν ήταν μέρος της διεθνούς χρηματοπιστωτικής παθογένειας. Δεν προήλθε από αχαλίνωτα τραπεζικά ιδρύματα, που υπερδάνεισαν την ιδιωτική οικονομία, έφτιαξαν φούσκες, άντλησαν μπόνους δισεκατομμυρίων, πολλαπλασίασαν μόχλευση και κινδύνους και έστειλαν τον λογαριασμό στο κράτος. Οι ελληνικές τράπεζες ούτε υπερδάνεισαν ούτε υπερδανείστηκαν ούτε ξεκοκάλισαν εξωφρενικές αμοιβές. Το ιδιωτικό μας χρέος είναι από τα χαμηλότερα. Οι τράπεζες δεν διασώζονται με δημόσιο χρήμα επειδή δημιούργησαν κινδύνους. Διασώζονται επειδή κινδυνεύουν από το τσουνάμι του δημοσίου χρέους. Τα τοξικά των τραπεζών είναι οι επενδύσεις τους σε ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου.
Η ελληνική κρίση δεν ήταν έκρηξη ιδιωτικού δανεισμού που μεταμορφώθηκε σε δημόσιο έλλειμμα και χρέος (όπως σε ΗΠΑ, Βρετανία, Ισλανδία, Ιρλανδία, Ισπανία, κ. α.). Δεν ήταν μια κρίση των τραπεζών που έγινε κρίση του κράτους. Ηταν ακριβώς το αντίστροφο: μια κρίση δημοσίου χρέους, που στη συνέχεια μόλυνε έναν υγιή τραπεζικό τομέα.
Τι περιέχει η ελληνική δημοσιονομική κρίση; Γνώριμα πρόσωπα, οικείες συνήθειες. Δημόσιες δαπάνες πάνω από τα έσοδα, στρατιές περιττών υπαλλήλων, διεφθαρμένους πολιτικούς που εκλέγαμε, σπατάλες για να χαϊδεύουν τις τοπικές πελατείες, διευκολύνσεις σε «αφεντικά», μια θάλασσα μικρο-ρουσφετιών, τη μεγαλύτερη φοροδιαφυγή και μικροδιαφθορά στην Ευρωζώνη. Με τη χώρα στο χείλος του γκρεμού το 2008, ο υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης Καραμανλή εκπαραθυρώθηκε μόλις πρότεινε μέτρα περιορισμού της φοροδιαφυγής των ελεύθερων επαγγελματιών. Κάθε φορά που αμνήμονες ταγοί ξιφουλκούν αυτάρεσκα κατά του τρισκατάρατου Μνημονίου, ας τους θυμίζουμε ότι δεν είμαστε ακριβώς οι άδολες παρθένες που χέρια ξένων βαρβάρων οδήγησαν στην πυρά.
Συνέβαλε στην κρίση μας το χρηματοπιστωτικό σύστημα; Συνέβαλε, αλλά σε μικρότερο βαθμό. Με τη μετατροπή του δημοσίου χρέους σε εξωτερικό, την τελειοποίηση της φοροαποφυγής για τους έχοντες πλούτο, τη διόγκωση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών μετά την ένταξη στο ευρώ. Περίπου μέχρις εκεί.
Γι' αυτό η εθνική μας κρίση δεν είναι μια κρίση του προηγμένου χρηματο-καπιταλισμού. Είναι πρωτίστως κρίση διαχρονική της μεταπολίτευσης. Το δημοσιονομικό μας πρόβλημα είναι το πολιτικό μας σύστημα, όπως λέει ο Αλέκος Παπαδόπουλος. Δεν είναι κρίση ενός high-tech καπιταλιστικού συστήματος, είναι κρίση ενός low-tech πολιτικού συστήματος, και της κοινωνίας που το δημιούργησε και διαπλάστηκε από αυτό. Γι' αυτό και το πρόβλημα εξόδου από την κρίση δεν είναι πρόβλημα οικονομικής συνταγής, είναι κυρίως ξανά πρόβλημα πολιτικού προσωπικού. Που δυσκολεύεται να ξεπεράσει τον εαυτό του για να κάνει ό, τι είναι αναγκαίο. Ή που αρνείται να τιθασεύσει τα κομματικά ρεφλέξ και να κατέβει από τα κεραμίδια της φτηνής αντιπολίτευσης.
Εχει σημασία η ελληνική «διαφορά»; Εχει, διότι αφορά τις προϋποθέσεις «νομιμοποίησης» του προγράμματος προσαρμογής. Οταν ο Ιρλανδός υπάλληλος ενός ελάχιστου κράτους συμπιέζεται για να σωθούν οι ιρλανδικές τράπεζες που δημιούργησαν την κρίση, δεν είναι το ίδιο με τον Ελληνα υπάλληλο ενός κράτους-Γαργαντούα, που ο μισθός του συμπιέζεται για να μην απολυθούν οι υπεράριθμοι του Δημοσίου που παρήγαγε το έλλειμμα του 15,4%. Η ελληνική κρίση είναι συνέπεια αποτυχίας της δημοκρατίας μας κι όχι ασυδοσίας των αγορών. Και γι' αυτό είναι δημοκρατικά θεμιτή η προσαρμογή με δημοσιονομική πειθαρχία, με αποκατάσταση του κράτους δικαίου, με διεύρυνση της φορολογικής βάσης, με μείωση του κρατικού λίπους, με θυσίες απ' όλους.
Δεν είναι άδικο το πρόγραμμα προσαρμογής; Είναι άδικο για όσους δεν συμμετείχαν στο πλιάτσικο, έλιωναν στον ανταγωνισμό, πλήρωναν τους φόρους τους. Είναι άδικο για όσους χάνουν τη δουλειά τους, αγωνιούν για το σπίτι τους, φλερτάρουν με τη φτώχεια. Και, βέβαια, η βάση δεν έχει ίδιες ευθύνες με την κορυφή. Ακόμα δεν είδαμε έναν φαύλο πολιτικό πίσω από τα κάγκελα. Αλλά αυτή δεν είναι μια κρίση που εξυφάνθηκε στην πλάτη μας. Είναι μια κρίση που τη γνωρίζαμε και την αγνοήσαμε. Δεν μας την έκρυψαν σε περίπλοκα προϊόντα, όπως η Γουόλ Στριτ στους πελάτες της. Δεν μας αιφνιδίασε, όπως στην Ιρλανδία. Εναν κίνδυνο ήξερε το Μάαστριχτ, το δημόσιο έλλειμμα και χρέος. Οι πολιτικοί μας οι ίδιοι προειδοποιούσαν. Αλλά μετά συνέχιζαν τη χαλαρότητα, για να μας κρατούν ευχαριστημένους.
Η κρίση σε Ευρώπη και Αμερική αναδεικνύει την παρασιτική υπερανάπτυξη των χρηματαγορών εις βάρος της δημοκρατίας. Η ελληνική κρίση έχει αντίστροφη φορά: είναι κρίση ενός δημοκρατικού κρατισμού που, στη θαλπωρή μιας αχαλίνωτης μεταπολίτευσης, αναπτύχθηκε παρασιτικά, πνίγοντας την οικονομία και τις αγορές. Τώρα, η οικονομία δίνει τη μάχη της επιβίωσης, στο όνομα της κοινωνίας.


Ενα πανούργο σχέδιο



Οι οπαδοί της αξέχαστης βρετανικής κωμικής σειράς Μπλακάντερ θα θυμούνται τον Μπόλντρικ, έναν περιορισμένης αντίληψης ανθρωπάκο, ο οποίος κάθε τόσο ανήγγελλε τις εμπνεύσεις του (που κυμαίνονταν από εξωφρενικές έως παραλυτικά βλακώδεις) με τη φράση: «έχω ένα πανούργο σχέδιο!». Αυτό που ξεχώριζε τον Μπόλντρικ δεν ήταν τόσο ότι έβλεπε πράγματα που οι άλλοι δεν έβλεπαν, όσο ότι αδυνατούσε να καταλάβει εκείνα που όλοι οι άλλοι μπορούσαν να αντιληφθούν.
Από το 2010 έως σήμερα έχουμε ακούσει πολλά πανούργα σχέδια. Πέρυσι κάποιες επαναστατικές δυνάμεις της αριστεράς μάς παρακινούσαν να κηρύξουμε μονομερή χρεοκοπία. Ετσι θα καταστρέφαμε μεν την εθνική μας οικονομία, θα τιμωρούσαμε όμως και τις ξένες τράπεζες που μας είχαν δανείσει. Ιδιοφυές! Η νεότερη εκλεπτυσμένη εκδοχή της πρότασης είναι να διαγράψουμε το «απεχθές χρέος», προσχωρώντας εθελουσίως σε κατηγορία λατινοαμερικάνικης μπανανίας, λες και το χρέος το δημιούργησε κάποια χούντα του Βιντέλα και όχι λαϊκιστικές κυβερνήσεις που εμείς εκλέγαμε για να ανέχονται τη φοροδιαφυγή, να μοιράζουν διορισμούς στο Δημόσιο και παχυλές συντάξεις σε πενηντάρηδες. Αλλα δαιμόνια σχέδια περιλαμβάνουν την πρόταση εξόδου από το ευρώ (ευγενής χορηγία του κ. Λαφαζάνη) -προοπτική που βεβαίως έχει κατατρομάξει τους κερδοσκόπους των διεθνών αγορών...
Το τελευταίο πανούργο σχέδιο που κυκλοφορεί είναι ότι η Ελλάδα θα λύσει το πρόβλημα με το να πείσει τους δανειστές να της χαρίσουν ένα μεγάλο μέρος του χρέους. Σε αντίθεση με τις προαναφερθείσες προτάσεις, που είναι εμφανώς καταστροφικές, η λύση αυτή είναι σχεδόν ιδεώδης. Είναι ασφαλώς προτιμότερο να μας χαρίσουν το χρέος από το να πρέπει να το αποπληρώσουμε όλο. Είναι επίσης προτιμότερο να είσαι νέος, υγιής και πλούσιος, παρά γέρος, άρρωστος και φτωχός, όπως σημείωνε και ο Πάσχος Μανδραβέλης.
Ας μην παρεξηγηθούμε. Μια οργανωμένη, ήπια συναινετική αναδιάρθρωση (π. χ. αντικατάσταση παλαιών ομολόγων στην τρέχουσα τιμή αγοράς με νέα μακρύτερης διάρκειας ελληνικά ομόλογα με διεθνή εγγύηση) θα ήταν επιθυμητή και βάσιμη, παρά τους κινδύνους αποσταθεροποίησης. Ομως το σχέδιο έχει μια κρίσιμη αδυναμία: η πραγματοποίησή του δεν εξαρτάται από τη δική μας βούληση, αλλά από τη συμφωνία πιστωτών και εταίρων.
Από τι εξαρτάται η συμφωνία των άλλων; Από πλήθος παραγόντων, πολλούς καθαρά εξωγενείς: η πορεία Πορτογαλίας και Ιρλανδίας, μια κρίση των ισπανικών τραπεζών, η εξυγίανση των γερμανικών τραπεζών, οι πολιτικές εξελίξεις στη Φινλανδία, κ. λπ. Ομως μια ευνοϊκή συμφωνία αναδιάρθρωσης εξαρτάται κυρίως από μάς. Οι ευνοϊκότερες προϋποθέσεις είναι ίσως ένας συνδυασμός μέγιστης εθνικής προσπάθειας για κανονική εξυπηρέτηση των δανειακών μας υποχρεώσεων, και ανυπέρβλητης αντικειμενικής δυσκολίας να το καταφέρουμε.
Οσο λιγότερο η κυβέρνηση εμφανίζεται να επιδιώκει την αναδιάρθρωση, όσο πιστότερα εμπράκτως τηρεί τις δεσμεύσεις του Μνημονίου, τόσο πιο αξιόπιστα μπορεί να διαπραγματευτεί μια ευνοϊκή συμφωνία. Η ζημιά που προκαλούν οι δημόσιοι πολιτικοί ζηλωτές της αναδιάρθρωσης δεν προκύπτει τόσο από αυτό που προτείνουν όσο από αυτό που υπονοούν (ότι η πολιτική του Μνημονίου «δεν βγαίνει», ότι πρέπει να εγκαταλειφθεί). Αυτό δεν ισχύει για τον πρώην πρωθυπουργό κ. Σημίτη, ο οποίος κατέστησε σαφές ότι μια αναδιάρθρωση δεν αίρει την ανάγκη προσαρμογής στους κανόνες για το δημόσιο χρέος και έλλειμμα, ούτε απαλλάσσει την Ελλάδα από το Μνημόνιο και τις υποχρεώσεις που ανέλαβε.
Για μια ευνοϊκή συμφωνία χρειαζόμαστε εθνική αξιοπιστία, που διαμορφώνεται από την τήρηση των δεσμεύσεων του Μνημονίου, που οικοδομεί κεφάλαιο καλής πίστης και παράγει διαπραγματευτική ισχύ. Οι εντυπώσεις μετράνε. Αλλο πράγμα μια αναδιάρθρωση που συμφωνείται, διότι παρά τις εργώδεις προσπάθειες του ελληνικού λαού το χρέος είναι αντικειμενικά αδύνατο να εξυπηρετηθεί. Και εντελώς διαφορετικό μια αναδιάρθρωση με την οποία οι πονηροί και φυγόπονοι Ελληνες, κουρασμένοι από έναν μόλις χρόνο λιτότητας, καταδολιεύουν τους πιστωτές για να την σκαπουλάρουν. Οι εταίροι δεν θα συναινούσαν σε κάτι που δεν θα μπορούσαν να υπερασπιστούν έναντι των ψηφοφόρων τους.
Και οι ξένοι κοιτούν την Ελλάδα και τι βλέπουν; Βλέπουν ευρείες μεταρρυθμίσεις να έχουν «καθήσει», μια ηρωική μείωση του δημόσιου ελλείμματος 5 μονάδες αλλά το κράτος να παραμένει ο μεγάλος ασθενής. Ακούν αποκρατικοποιήσεις που δεν γίνονται, και διακρίνουν κόπωση. Βλέπουν την Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΠΑΣΟΚ να σπαράσσεται και τη Ν. Δ. να κατακεραυνώνει το Μνημόνιο, εμπεδώνοντας προς τα έξω την εικόνα ότι αυτή η χώρα είναι αδιόρθωτη, αδυνατεί να αλλάξει, αρνείται να κυβερνηθεί.
Για μια ακόμα φορά η πραγματικότητα είναι μπροστά μας, ωμή στην ειλικρίνειά της. Οποιαδήποτε αναδιάρθρωση θα ήταν ανώφελη χωρίς ταχύ μηδενισμό των πρωτογενών ελλειμμάτων, μεταρρύθμιση του κράτους και της οικονομίας. Χωρίς απτά αποτελέσματα, καμία ευνοϊκή συναίνεση εταίρων και πιστωτών δεν είναι δυνατή. Και καμία αναδιάρθρωση δεν θα σήμαινε εγκατάλειψη ενός μακρόχρονου προγράμματος σκληρής προσαρμογής.
Το χρέος διογκώθηκε από πολιτικούς που επέμεναν να κρύβουν την αλήθεια από ψηφοφόρους που προτιμούσαν να μην την ακούνε. Η κουβέντα της αναδιάρθρωσης τώρα παράγει το ίδιο εμπόριο ψευδών ελπίδων που πάντα μας βόλευε για να αποφεύγουμε τα δύσκολα. Μετά από δεκαετίες άρνησης του προβλήματος έχουμε επιτέλους την ευκαιρία να κοιταχτούμε στον καθρέφτη και να φτιάξουμε τα πράγματα σωστά. Να εξυγιάνουμε το κράτος, να κλείσουμε τις τρύπες, να θέσουμε βάσεις ανάπτυξης. Θα ήταν καταστροφή αν χάναμε κι αυτή την ευκαιρία περιμένοντας άβουλοι τον από μηχανής θεό να μας λυτρώσει από τα χρέη μας.