Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2008

Ποιός έβαλε 24 ώρες στη μέρα;;;

Αυτός που ανακάλυψε το εικοσιτετράωρο θέλει σκότωμα. Πως, κύριε, θα χωρέσω εγώ τη μέρα μου σε εικοσιτέσσερις ώρες; Με ρώτησες αν μου φτάνουν; Γιατί δηλαδή δεν μου άφησες τα περιθώρια να ορίζω μόνος μου πόσες ώρες θα έχει η μέρα μου, ε; Δικιά μου είναι, όση τη θέλω θα τη φτιάξω! Αν υπήρχε νόμπελ αποτυχημένης εφεύρεσης το 'χες στο τσεπάκι σου.
Να 'μαι τώρα να παλεύω με τα λεπτά και να έχω και τον τύπο με το βλέμμα του βοδιού μπροστά μου. Τον έκοψα εγώ, την ήξερα την τύχη μου. Πάντα έτσι την πατάω όταν βιάζομαι ...  Το ξέρω από τους πηγμένους στην κίνηση δρόμους: η δική μου λωρίδα πηγαίνει σαν χελώνα όταν η διπλανή φεύγει σφαιράτη, κι όταν με την ψυχή στο στόμα και την ταυτότητα στα δόντια (για την αναγνώριση, αν ο φορτηγατζής που έρχεται από πέρα ξεχαστεί με το ξέκωλο στο πεζοδρόμιο, δεν κόψει ταχύτητα και με στρώσει χαλί στην άσφαλτο) αλλάζω λωρίδα, μένω στάσιμος κι αυτή που ήμουν πετάει σαν πύραυλος ... Το ξέρω και πάντα την πατάω ...
Για το «βόδι» λοιπόν ... Μπήκα σαν σίφουνας στο σούπερ μάρκετ, με ελιγμούς Σουμάχερ ανάμεσα σε καρότσια, αργόσχολες κυράδες και αργόστροφους συζύγους, άρπαξα τα απαραίτητα και όρμησα στα ταμεία. Κοντοστάθηκα σ' αυτά με την μικρότερη ουρά, κάτι μου έκανε κλικ με τον τύπο μπροστά μου, αλλά δεν άκουσα το ένστικτό μου ...
Χτυπούσα το πόδι μου νευρικά κοιτάζοντας την ώρα όσο η ταμίας  - άλλο βόδι περνούσε αργά και βασανιστικά τα ψώνια από το σκάνερ, όσο βασανιστικά αργά έψαχνε τα ρέστα μετρώντας τα τρεις φορές. Τα νεύρα μου τεντώνονταν επικίνδυνα όσο το ρολόι χτυπούσε τα δευτερόλεπτα και η ώρα περνούσε. Έφτασε  - επιτέλους η σειρά το ένα βόδι (ο πελάτης) να συναντήσει τη γενιά του (την ταμία).
Εκεί ήταν που έγινε το κακό. Όση ώρα το θηλυκό μηρυκαστικό περνούσε τα ψώνια του «αλλού γι' αλλού» από το μηχανάκι, ο τύπος κοιτούσε το υπερπέραν ... Τα ψώνια στοιβάζονταν στον πάγκο κι αυτός εκεί ... συνομιλία με τον πλανήτη 'Αρη.. σκέτο ούφο.
"Εξήντα τρία Ευρώ και πενήντα έξι λεπτά κύριε", μουγκάνισε η ταμίας ...
Ατάραχο το βόδι, κατέβασε την «μπανάνα» από τον ώμο, την άνοιξε με κινήσεις αργές και σταθερές σαν καρδιοχειρούργος σε εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς έβγαλε το πορτοφόλι, έφτυσε το χοντροδάχτυλο (με την οπλή), μέτρησε το ίδιο αργά εξήντα Ευρώ, έκλεισε το πορτοφόλι, το έβαλε στην μπανάνα, έβγαλε ΑΛΛΟ πορτοφόλι με ψιλά, τα άδειασε στον πάγκο και άρχισε να ψάχνει και να μετρά όοοοολα τα ψιλολόγια μέχρι του ποσού των τριών Ευρώ και πενήντα έξι λεπτών ... Τα ψώνια του, εν τω μεταξύ, εκεί, σωρός στον πάγκο ...
Σχεδόν άκουγα τα νεύρα μου να σπάνε ένα ένα. Σαν χορδές κιθάρας ... Κάποια στιγμή (αιώνες μετά; Χιλιετηρίδες; Θα σας γελάσω και δεν θέλω..) το ένα βόδι τέλειωσε την διαδικασία και άρχισε το άλλο να μετρά (με φτύσιμο του δάχτυλου επίσης). Νομίζετε ότι ο πανηλίθιος, ο κύριος ραδίκης, όση ώρα η ταμίας μετρούσε, άνοιγε συρτάρια και έκοβε απόδειξη, έβαζε τα κωλοψώνια του στην κωλκοσακούλα για να πάρει τον χοντρό του κώλο από το οπτικό μου πεδίο και να πάει να βοσκήσει παραπέρα; ΑΜ ΔΕ! Εκεί! Παρατηρούσε το κενό!
Όταν ολοκληρώθηκε η βοιδοσυναλλαγή (η απόδειξη διπλώθηκε προσεκτικά και μπήκε στην «μπανάνα» (με ξεκρέμασμα, άνοιγμα, κλείσιμο, κρέμασμα) ο μπουχέσας ήθελε να τοποθετήσει με τάξη τα ψώνια στις σακούλες.
Εκεί, έσκασα! Του άρπαξα τις σακούλες από τα χέρια και του σαβούρντισα τα σκουπίδια του κακήν κακώς μέσα.
"Δεν θέλω να περάσω την υπόλοιπη ζωή μου στην ουρά του σούπερ μάρκετ, ΖΩΟΝ!" ανέκραξα ...
Ξέρω, θα πείτε πως δεν ταιριάζει στην ανατροφή μου ούτε στο ίματζ μου (ααχ! Τι θα σκεφτούν οι μαθητές μου!) αλλά δεν φταίω εγώ ρε παιδιά. Ο μαλάκας που σκέφτηκε να στριμώξει τη μέρα σε εικοσιτέσσερις ώρες φταίει. Α! και το γεγονός ότι η βλακεία είναι ανίκητη ...

Υ.Γ. Έχετε συνειδητοποιήσει ότι ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΛΟΙ ΕΚΕΙ ΕΞΩ?

Από τον κ. Πάρι Αγραφιώτη που μας το παραχώρησε ευγενώς και αφιλοκέρδως

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου