Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2009

... Του Ασώτου μέρος 1ο


Ο Βάιος…
Εργαζόμενος στο δημόσιο, κηπουρός, αλλά κάνει δουλειά γραφείου. Ο μισθός και τα λογής επιδόματα φτάνουν κοντά στα 1300 ευρά το μήνα. Με τα νοίκια από κάτι χωραφάκια, ένα σπιτάκι - κληρονομιά της άκληρης της θειάς - με κάτι μεροκάματα μαύρα, με τα «τυχερά» - έχει τον τρόπο του - της υπηρεσίας, τα εκτός έδρας, τις υπερωρίες, συμπληρώνει το εισόδημά του. Πόσα φτάνει; Κανείς δεν ξέρει. Ο ίδιος δεν λέει.
Λέει όμως πως «δεν βγαίνει». Οι ανάγκες βλέπεις… Σ’ αυτό ο Βάιος είναι ξεκάθαρος: «Το ρεύμα, το νερό, το τηλέφωνο, η nova, τα κινητά, τα ψώνια, τα φροντιστήρια, το ντύσιμο, τα προσωπικά, η έξοδος – βρε αδερφέ! -, τσιγάρα, καφέδες, τσίπουρα, η ασφάλεια, τα τέλη κυκλοφορίας, τα καύσιμα για τα’ αυτοκίνητα της οικογένειας… μη σου πω 5 χιλιάρικα το μήνα».
Ο Βάιος όπου σταθεί, φωνάζει: «δε βγαίνω, ρε! Πού είναι το κράτος; Δεν υπάρχει κράτος! Θέλω αύξηση!»
Την προσδιορίζει την αύξηση ο Βάιος: «Βγάζω 1300, μου λείπουν άλλα τρία για να καλύψω τις ανάγκες μου, δώστε μου τουλάχιστον τα μισά» Πως μπορείς να αντιπαλέψεις τα επιχειρήματα του Βάιου; Δεν βγαίνει ο άνθρωπος. Δεν του φτάνουν να καλύψει τις ανάγκες του. Βέβαια, το ύψος των αναγκών του το προσδιορίζει μόνος του. Ούτε κουβέντα να κόψει τη nova, ούτε συζήτηση να μειώσει τα τσίπουρα, ούτε λόγος να αλλάξει αυτοκίνητο: «που να πας χωρίς το διπλοκάμπινο;»
Κι έρχεται ο προϊστάμενος, ο δήμαρχος σα να λέμε, και λέει: «Εσένα ρε Γιάννο σου περισσεύουν λεφτά. Δεν είσαι πολυέξοδος, συμμαζεμένος είσαι, όλο σπίτι γραφείο – γραφείο σπίτι. Και το σεϊσέντο, τι καίει; Θα σου μειώσω το μισθό, θα πάρω κι από κάνα δυό άλλους για να καλύψει τις ανάγκες του ο Βάιος». Κάγκελο ο Γιάννος!

Τον γνωρίζω τον Βάιο. Γνωριμία του τσιπουράδικου, απ’ αυτές τις στενές κι απόλυτα ξένες. Έχω ακούσει τον «πόνο του» δεκάδες φορές: «Δεν βγαίνω ρε φίλε!». Μόνιμα χρεωμένος αλλά τα γούστα – γούστα. Πάντα ακριβά. Να κεράσματα, να μπουκάλια στα σκυλάδικα «για το μωρό απέναντι με το ξώβυζο», να σούρτα, να φέρτα… Το «διπλοκάμπινο» το ξέρουν σ΄ όλα τα κωλόμπαρα. Δεν υπάρχει δίμετρο αλλοδαπό να μην τον φωνάζει με τ’ όνομά του σε ακτίνα 100 χιλιομέτρων.
- Βάιο, του λέω, ξοδεύεις πολλά γι’ αυτό δεν βγαίνεις.
- Φιλαράκι, να μου δώσουν αύξηση, να μου χαρίσουν το δάνειο, να βρουν τρόπο, να μπω στο ΕΣΠΑ, να τα πάρω κι εγώ. Έχω ανάγκες ρε. Έτσι δε λέτε εσείς οι αριστεροί; «Ο καθένας σύμφωνα με τις ανάγκες του», δε λέτε;

Ακαταμάχητο το επιχείρημα του Βάιου.
Είχε και κάτι μετρητά από τη μάνα του, λίγα περισσότερα προίκα της Σούλας, τ’ απόσωσε κι αυτά για να μπει συνεταίρος «σε ντιλιβεράδικο» (γκαβά λεφτά, έλεγε) αλλά έπεσε έξω.

Ο δήμαρχος…
Συχωριανός του Βάιου. Τον έχει στήριγμα. Ρουφιάνος, δεξί χέρι, χειροκροτητής, τσαμπουκάς, ψηφοφόρος, κομματάρχης. Ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές. Του έταξε λεφτά, θα τα βρει. Για τον Βάιο… Τις έκανε τις επαφές, τη στρώνει τη δουλειά, σπρώχνει από εδώ, τραβά από εκεί, το ρεγουλάρει το θέμα. Κατάφερε και μάζεψε τις υπογραφές μέχρι που οι υπόλοιποι ξεσηκώθηκαν. Πρώτ’ απ’ όλους ο Γιάννος. Συνάδελφος του Βάιου, στο ίδιο γραφείο… Αυτουνού του περισσεύανε, αλλά - βρε αδερφέ - τις υπερωρίες, τα εκτός έδρας, τα τυχερά όλα στον Βάιο; Ακόμα και δάνειο άτοκο της υπηρεσίας πήρε ο Βάιος κι αυτός τίποτα. Δικά του λεφτά μασούσε «ο αχόρταγος», έτσι τον έλεγε τον Βάιο ο Γιάννος. Πήγε στον επόπτη, στο συνδικάτο, στο Νομάρχη, ακόμα και στην Αθήνα στα κεντρικά έφτασε, κατάφερε να κλείσει προσωρινά τις βάνες της υπηρεσίας προς τον αχόρταγο…

Συνεχίζεται...


Σημείωση: παραβολή είναι, υπερβολές έχει αλλά έχει και ηθικό δίδαγμα. κάντε λιγάκι υπομονή

Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2009

Οικολογία και πολιτική


Συχνά, σε συζητήσεις με ανθρώπους όλων των πολιτικών αποχρώσεων, γίνομαι δέκτης απόψεων που όλες πηγάζουν από τη θέση ότι η ενασχόληση με περιβαλλοντικά ζητήματα είναι μόδα και όλες επίσης καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα: τα περιβαλλοντικά ζητήματα δεν είναι πολιτικά. Η ίδια σκέψη, τουλάχιστον σε ότι αφορά το σκέλος της μόδας, εκφράστηκε και από τον πρώην υπουργό ΠΕΧΩΔΕ και στέλεχος της απελθούσης κυβέρνησης Γιώργο Σουφλιά κατά την τελετή παράδοσης του υπουργείου στην Τίνα Μπιρμπίλη.
Η αναφορά στη μόδα από τον κ. Σουφλία μπορεί εν μέρει να αποδοθεί στην πικρία του από την ταπεινωτική εκλογική ήττα που οφείλεται και σε δικές του επιλογές, αλλά και στο γεγονός ότι αναγκάστηκε να παραδώσει ένα κομμάτι του υπουργείου του, αυτό του περιβάλλοντος, σε μια γυναίκα, οικολόγο, ακτιβίστρια και αντισυμβατική. Αναγκάστηκε να παραδώσει το κομμάτι που ποτέ δεν κατάλαβε γιατί υπήρχε στον τίτλο του υπουργείου. Βέβαια, την άποψη του κ. Σουφλιά για το περιβάλλον την βιώσαμε με το χειρότερο τρόπο την πενταετία της παντοδυναμίας του. Αυτό που με αποσχολεί, και που στάθηκε αφορμή για το σημερινό μου σημείωμα, είναι ότι μαζί του συμφωνεί μια μεγάλη μερίδα πολιτών και πολιτικών της χώρας μας.
Ίσως να κρύβεται μεγάλη δόση αλήθειας στην άποψη ότι το μεγαλύτερο κομμάτι των πολιτικών έχει εντάξει στη ρητορική του φιλοπεριβαλλοντικές εκφράσεις απλά για ψηφοθηρικούς λόγους και επειδή αυτό επιτάσσει το κυρίαρχο κοινωνικό ρεύμα. Καθόλου όμως δεν αληθεύει ότι τα περιβαλλοντικά προβλήματα δεν είναι πολιτικά. Είναι αρκετή μια απλή επισκόπηση του θέματος για να το διαπιστώσει κανείς.
Τα περιβαλλοντικά προβλήματα έχουν μια χαρακτηριστική επιλεκτικότητα. Οι κοινωνίες, οι κρατικές οντότητες, τα κοινωνικά στρώματα που πλήττονται κυρίως και αντιμετωπίζουν άμεσα τα συνακόλουθα προβλήματα της περιβαλλοντικής κρίσης είναι ο «τρίτος κόσμος» σε παγκόσμιο επίπεδο, οι φτωχογειτονιές, σε επίπεδο κράτους, τα λαϊκά στρώματα σε επίπεδο κοινωνικής διαστρωμάτωσης. Θυμηθείτε τους νεκρούς, τους στιγματισμένους, τους χρόνια ασθενείς του ατυχήματος της Μποπάλ, τους μετανάστες-πρόσφυγες λόγω ρύπανσης των υδάτων, τους κατοίκους των βιομηχανικών προαστίων ή των υποβαθμισμένων γειτονιών. Αναλογιστείτε πόσες πιθανότητες έχει να επιλεγεί η Νέα Σμύρνη στη Λάρισα για επιχείρηση δενδροφύτευσης και πόσες μια άλλη περιοχή. Σκεφθείτε που στέλνουμε τις ενοχλητικές δραστηριότητες, σκεφθείτε που πετάμε τα σκουπίδια μας και θα γίνει ξεκάθαρο ότι τα περιβαλλοντικά προβλήματα πλήττουν πρώτα και σκληρότερα τους «μη προνομιούχους». Αναλογιστείτε που καταλήγουν ή που θάβονται τα τοξικά απόβλητα της αναπτυγμένης δύσης.
Όσο εντείνονται τα περιβαλλοντικά προβλήματα τόσο πιο ευδιάκριτη θα γίνεται αυτή η επιλεκτικότητα. Ας μη βιαστούν κάποιοι να διαφωνήσουν. Άσχετα με το αν τελικά τις συνέπειες των περιβαλλοντικών εγκλημάτων που συντελέστηκαν, συνειδητά ή μη, τον τελευταίο αιώνα τις βιώνουν ή θα τις βιώσουν όλοι, εκείνοι που πρώτοι επλήγησαν και θα πληρώσουν το βαρύτερο τίμημα είναι οι «φτωχοί», είτε πρόκειται για άτομα είτε για κοινωνικές ομάδες, είτε για κρατικές οντότητες.
Ο πολιτικός όμως χαρακτήρας των οικολογικών προβλημάτων αναδεικνύεται κυρίως στις φιλοσοφίες επίλυσής τους. Συζητάμε, παραδείγματος χάρη, και όλοι συμφωνούν ότι η χώρα μας υποχρεούται να στραφεί στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας τα επόμενα χρόνια. Πως όμως θα το κάνει αυτό; Εάν η πολιτεία επιλέξει αυτή η στροφή να γίνει μόνο μέσα από μεγάλες επενδύσεις και γιγαντιαίες μονάδες είναι φανερό ότι κάνει μια πολιτική επιλογή. Στην ουσία, δίνει μια ευκαιρία στα σημερινά μονοπώλια – ολιγοπώλια να αντικαταστήσουν το γκρι κουστούμι των υδρογονανθράκων με το πράσινο πουκάμισο των ανανεώσιμων πηγών. Μια τέτοια επιλογή δεν αλλάζει σε τίποτα ούτε τον τρόπο ζωής ούτε το μοντέλο ανάπτυξης της χώρας. Εάν όμως η πολιτεία επιλέξει να ανοίξει την αγορά ενέργειας και να δώσει τη δυνατότητα παραγωγής τόσο σε πολίτες ατομικά όσο και σε αυτοδιοικητικούς φορείς ή ομάδες πολιτών, χωρίς να αποκλείει τις μεγάλης κλίμακας επενδύσεις, τέμνει το σύστημα και αναδιανέμει τον παραγόμενο πλούτο. Στην ουσία αλλάζει ή δρομολογεί μακροπρόθεσμες αλλαγές στο ίδιο το πολιτικό σύστημα.
Δεν είναι μόνο η φιλοσοφία που διέπει την επιλογή της λύσης των περιβαλλοντικών προβλημάτων που αποδεικνύει την βαθιά πολιτική φύση της οικολογίας. Ακόμα και η ιεράρχηση των προβλημάτων ή η στάση απέναντι σε αυτά είναι πολιτική επιλογή. Αλήθεια, τι άλλο δείχνει η υιοθέτηση προγραμμάτων ή η χρηματοδότηση εκστρατειών ενημέρωσης για την ανακύκλωση μπαταριών, όταν την ίδια στιγμή επιτρέπεται η καύση pet-coke ή προωθείτε η κατασκευή μονάδων ηλεκτροπαραγωγής με λιθάνθρακα ή λιγνίτη; Από τη μια, «κοιμίζει» τις περιβαλλοντικές ανησυχίες των πολιτών κι από την άλλη, στέλνει ένα σαφές μήνυμα στους εκλεκτούς του πολιτικού συστήματος ότι τα κέρδη τους είναι εξασφαλισμένα με οποιοδήποτε περιβαλλοντικό κόστος. Επαναλαμβάνω, διότι οι καιροί είναι πονηροί: Κανείς δεν υποτιμά τη σημασία της συλλογής των μπαταριών. Κανείς δεν υποτιμά τα οφέλη ια το περιβάλλον από την ανακύκλωση. Οι επιλογές όμως δράσης και οι προτεραιότητες είναι αυτές που χαρακτηρίζουν την πολιτική τοποθέτηση του καθενός. Εξ’ άλλου, τι είναι η πολιτική παρά η επιλογή του τρόπου αντιμετώπισης ενός προβλήματος;
Είναι φανερό λοιπόν ότι τα περιβαλλοντικά προβλήματα είναι εξόχως πολιτικά. Και η αναφορά σε αυτά δεν είναι– ή τουλάχιστον δεν θα έπρεπε να είναι – απλά ένα ρητορικό τέχνασμα άγρας ψήφων, ούτε, φυσικά μια επιταγή των τάσεων της μόδας. Η πράσινη ανάπτυξη είναι κεντρική πολιτική επιλογή που χαρακτηρίζει τη φυσιογνωμία ενός πολιτικού φορέα. Η τοποθέτηση του πολιτικού κόσμου στους φορείς της προόδου ή σε αυτούς της συντήρησης γίνεται ανάλογα με την απάντηση στην επόμενη ερώτηση που θα έπρεπε να είναι: Πράσινη ανάπτυξη, με ποιους και για ποιους;

Αρθρο μου, από την σελίδα "Οικολογία" της εφημερίδας "ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΗΧΩ" φύλλο Κυριακής 22 Νοέμβρη 2009

.

Ονειρεύομαι μια πόλη


Ονειρεύομαι μια πόλη…
Με ελεύθερους ανοιχτούς χώρους, μέρος της καθημερινότητας των κατοίκων της. Πλατείες, πάρκα, πεζόδρομους, λειτουργικά κατανεμημένους σε ολόκληρο τον ιστό της. Όχι απλά «στοιχεία» διακόσμησης αλλά χώρους δημιουργίας. Εκεί που η γειτονιά δημιουργεί και σφυρηλατεί σχέσεις. Χώρους ζεστούς, φιλόξενους, ανθρώπινους.
Ονειρεύομαι διαδρομές που διαπερνούν την πόλη, διακλαδώνονται σ’ αυτή και ενώνουν τους ελεύθερους χώρους. Σαν αρτηρίες που μεταφέρουν τη ζωή σε κάθε κύτταρο. Διαδρομές πνιγμένες στο πράσινο, με γωνιές για μιαν ανάσα, με ασφαλείς ποδηλατόδρομους. Διαδρομές φιλικές, φωτεινές, ζωντανές.
Ονειρεύομαι μια πόλη που σέβεται τη φύση και δεν επιχειρεί να την καθυποτάξει. Αναγνωρίζει την φυσική ομορφιά και την ξεχωρίζει από την φτιασιδωμένη γυαλιστερή πολυτέλεια. Μια πόλη που σέβεται το παρελθόν της γιατί το γνωρίζει, το αγαπά και το τιμά.
Ονειρεύομαι μια πόλη που φτιάχνει σχολειά που ανασαίνουν. Όχι άψυχα κτίρια πνιγμένα στην άσφαλτο και το μπετόν. Με αίθουσες λουσμένες στο φως του ήλιου, αυλές μεγάλες όπου φυτρώνουν δέντρα και όχι μόνο μπασκέτες και κάγκελα. Όπου οι ώρες βιώνονται και δεν σπρώχνονται από δασκάλους και μαθητές.
Ονειρεύομαι μια πόλη όπου ο πολιτισμός δεν ταυτίζεται με την «εκδήλωση», όπου το «είναι» δεν πνίγεται κάτω από το ασήκωτο βάρος του φαίνεσθαι. Μια πόλη που γεννά, αναθρέφει και αγκαλιάζει δημιουργούς. Μια πόλη που προσκαλεί δημιουργούς και προκαλεί δημιουργίες. Ονειρεύομαι μια πόλη εργαστήρι. Μια πόλη που δεν ντρέπεται.
Ονειρεύομαι μια πόλη που στηρίζει τη γνώση και την έρευνα και στηρίζεται σ’ αυτές. Μια πόλη που δεν φοβάται τις προκλήσεις αλλά δίνει λύσεις. Μια πόλη που στηρίζεται με βεβαιότητα στην ιστορία της και ατενίζει με σιγουριά το μέλλον της.
Ονειρεύομαι μια πόλη που σέβεται τους κατοίκους της και τον εαυτό της. Φιλόξενη και ανοιχτή. Μια πόλη – αγκαλιά. Χωρίς αποκλεισμούς, χωρίς διακρίσεις. Μια πόλη που αναζητά και στηρίζει την διαφορετικότητα. Μια πόλη όπου λέξεις όπως «πλειοψηφία» και «μειονότητα» δεν έχουν κανένα νόημα.
Ονειρεύομαι μια πόλη βατή κι όχι αδιάβατη. Μια πόλη όπου το αυτοκίνητο είναι μέσο μεταφοράς και εργαλείο, όχι δυνάστης και βιαστής της καθημερινότητας. Μια πόλη – ανάσα. Μια πόλη – φως.
Ονειρεύομαι μια πόλη που δεν σου αρκούν οι μέρες να τη ζήσεις κι όχι που ψάχνεις μέρες να αποδράσεις από αυτή. Ονειρεύομαι μια πόλη ερωτική κι όχι χυδαία, μια πόλη ζωντανή κι όχι κραυγαλέα.
Ονειρεύομαι…
Κάποιοι θα πουν ότι ψάχνω την ουτοπία. Άλλοι πάλι θα πουν πως είμαι ρομαντικός και αιθεροβάμων. Εγώ θα πω ότι το αύριο το φτιάχνουν όσοι ονειρεύονται, και σ’ αυτούς ανήκει. Εγώ θα πω, πως αν υπάρχει ελπίδα βρίσκεται στα όνειρα που ζητούν να γίνουν πράξη. Εγώ θα πω ότι αν δεν αποφασίσουμε να χτίσουμε πέτρα την πέτρα τα όνειρά μας, είμαστε καταδικασμένοι να βιώσουμε τους εφιάλτες μας.

Αρθρο μου, από την σελίδα "Οικολογία" της εφημερίδας "ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΗΧΩ" φύλλο Κυριακής 22 Νοέμβρη 2009

.

Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2009

Σαν το νερό ανάμεσα στα δάχτυλα...


Υπάρχουν ήρωες;

Μικροί και μεγάλοι, εκτός από τα παραμύθια, έχουν ανάγκη και ήρωες. Μερικές φορές οι ήρωες πρωταγωνιστούν στα παραμύθια, άλλες όχι.
Οι ήρωες έχουν κι αυτοί θέση στην εκπαίδευση, την αγωγή (μικρών και μεγάλων). Είναι παραδείγματα προς μίμηση καθώς συγκεντρώνουν σε μεγάλο βαθμό ένα ή περισσότερα προτερήματα που θα θέλαμε να έχουμε. Είναι δυνατοί, θαρραλέοι, γενναίοι, σοφοί, ενάρετοι, δίκαιοι, εφευρετικοί κ.λ.π. και μάλιστα σε μεγάλη ποσότητα.
Στην πορεία του χρόνου, κάποιων ηρώων οι πράξεις διανθίζονται με αρκετά στοιχεία μύθου, άλλων η ζωή είναι μύθος, άλλοι ξεπερνούν τόσο πολύ τα ανθρώπινα ώστε τοποθετούνται κάπου ανάμεσα σε ανθρώπους και θεούς.
Οι περισσότεροι σύγχρονοι ήρωες είναι απλοί άνθρωποι, καθώς η εποχή μας έχει την τάση να απομυθοποιεί παρά να μυθοποιεί.
Έχει λεχθεί ότι υπάρχουν ηρωικές και αντιηρωικές εποχές. Διαφωνώ. Κάθε εποχή και κάθε κοινωνία έχει τους ήρωές της. Τους ήρωες σε αριθμό και ποιότητα που έχει ανάγκη.
Υπάρχουν όμως πραγματικά ήρωες; Υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι είναι πάντα γενναίοι και ενάρετοι, των οποίων οι πράξεις είναι πάντα σοφές ή δίκαιες;
Άποψή μου είναι ότι δεν υπάρχουν ήρωες. Υπάρχουν μόνο ηρωικές πράξεις που εκτελούνται από συνηθισμένους ανθρώπους οι οποίοι κάτω από ορισμένες συνθήκες αίρονται πάνω από τον εαυτό τους κι από ομάδες ή σύνολα ανθρώπων, κάνοντας κάτι ξεχωριστό, ιδιαίτερο, ασυνήθιστο.

Δίπλα στο ξεχωριστό, ιδιαίτερο, ασυνήθιστο βάλτε και "Γενναίο" ή και "Ωραίο", κι έχετε την εικόνα της πράξης των ηρώων που πριν 36 Νοέμβρηδες σηκώθηκαν πάνω από τον ίδιο τον εαυτό τους. Για να τους βλέπει από μακριά η ιστορία.

Όλοι οι άνθρωποι είναι ικανοί για ηρωικές πράξεις.

Μια μικρή σημείωση, με μια μικρή προσθήκη, που πρωτοδημοσιεύθηκε στο facebook στις 9/7/2009 αλλά που ταιριάζει στη μέρα και στις συζητήσεις για τους πρωταγωνιστές ή τους συμμέτοχους εκείνης της Ωραίας Ιστορίας του Νοέμβρη του 1973

Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2009

Η καταθλιπτική καθημερινότητα της πόλης


Πριν μερικές μέρες επικοινώνησε μαζί μου μια ευγενέστατη κυρία και ζήτησε τη βοήθειά μου σε κάποιο πρόβλημα της γειτονιάς της. Μιλώντας με πάθος αλλά χωρίς ένταση, μου ανέφερε το γεγονός. Συγκεκριμένα, εδώ και δεκαετίες, η νότια πλευρά της πλατείας Εβραίων μαρτύρων στη Λάρισα, χρησιμοποιείται σαν αφετηρία λεωφορείων του Αστικού ΚΤΕΛ. Μια λύση η οποία – όπως η ίδια με πληροφόρησε – είχε επιλεγεί ως προσωρινή, έχει γίνει καθεστώς τριακονταετίας και πλέον. «Ξέρετε τι σημαίνει να υπάρχει ένα λεωφορείο μόνιμα παρκαρισμένο κάτω από το παράθυρό σας από τα χαράματα ως αργά το βράδυ κ. Μήτσιου; Και μάλιστα με αναμμένη τη μηχανή; Διότι δεν την σβήνουν σχεδόν ποτέ τη μηχανή. Το χειμώνα τη θέλουν για τη θέρμανση, το καλοκαίρι για τον δροσισμό», μου εξέθετε ήρεμα το πρόβλημά των κατοίκων «Ξέρετε πως είναι να μην τολμάς ν’ ανοίξεις παράθυρο, να βγεις στο μπαλκόνι σου, ν’ απλώσεις τη μπουγάδα σου βρε αδερφέ;»
Δεν ξέρω καλή μου κυρία και, να με συμπαθάτε, δεν θέλω να το διαπιστώσω. Δεν θα ήθελα έπ’ ουδενί να είμαι στη θέση σας. Είναι, τελικά, τραγικό το πώς επιβεβαιώνονται ρήσεις όπως αυτή που λέει «ουδέν μονιμότερον του προσωρινού». Δεν είναι όμως αυτό το θέμα μας αλλά το πώς μια πολιτεία ή μια κοινωνία μπορεί να κάνει αβίωτη τη ζωή των πολιτών – μελών της. Μια πολιτεία που θα έπρεπε να φροντίζει για το αξιοβίωτο της καθημερινότητας, οδηγεί την ψυχική και σωματική υγεία των μελών της στα άκρα.
Υπάρχουν δεκάδες παρόμοιες «ιστορίες καθημερινής τρέλας» που αφορούν πόλεις σαν τη Λάρισα και που ταλανίζουν τους κατοίκους των. Να σας θυμίσω, για παράδειγμα, την ιστορία των κατοίκων που ζουν δίπλα στις γραμμές του τρένου, εκεί όπου λειτουργεί ο σταθμός ανεφοδιασμού και το κέντρο επισκευής των μηχανών του ΟΣΕ, πάλι στη Λάρισα. Τα επίπεδα των ρύπων πρέπει να χτυπάνε κόκκινο κάποιες ώρες της ημέρας και όλες τις ημέρες του χρόνου. Χώρια τα ζητήματα ασφάλειας που πιθανόν να προκύπτουν από την εγκατάσταση. Υπάρχουν επίσης εκατοντάδες λιγότερο σημαντικές ιστορίες που αγγίζουν την καθημερινότητα όλων μας. Σημαντικές από την άποψη ότι σπάνια τα φώτα της δημοσιότητας πέφτουν πάνω τους. Πάρτε για παράδειγμα την κατάσταση των πεζοδρομίων και των οδοστρωμάτων, ειδικά στις συνοικίες που είναι έστω και ελάχιστα τετράγωνα μακριά από την βιτρίνα του εμπορικού κέντρου. Κάθε προσπάθεια να διασχίσεις – πεζός ή εποχούμενος - τέτοιες περιοχές μετατρέπεται σε αγώνα δρόμου μετ’ εμποδίων. Δεν μιλάμε για ηλικιωμένους ή γενικότερα για ανθρώπους με κινητικά προβλήματα. Αυτούς, οι ελληνικές πόλεις τους έχουν καταδικάσει σε κατ’ οίκον περιορισμό.
Είναι βέβαιο ότι ο καθένας μας ζει λίγο ή πολύ τον βιασμό της καθημερινότητάς του με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Το χειρότερο είναι ότι τις περισσότερες φορές δεν το συνειδητοποιούμε παρά μόνο αφού το σκεφτούμε: έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ τη λακκούβα στο δρόμο, τα ανύπαρκτα πεζοδρόμια, το θόρυβο, το καυσαέριο, την αυθαιρεσία, την παρανομία, τις ακαλαίσθητες διαφημιστικές πινακίδες, τα τραπεζοκαθίσματα που κλείνουν δρόμους και πεζοδρόμια, τα λογής πανέρια και πάγκους των εμπορικών, τα μηχανάκια στα πεζοδρόμια, τα αυτοκίνητα στους πεζόδρομους, τους ξέχειλους κάδους απορριμμάτων που τίποτα δεν μας κάνει εντύπωση πλέον. Έχουμε μάθει να ζούμε μαζί τους. Αυτό είναι η καταδίκη μας και η κατάντια μας ταυτόχρονα.
Δεν περιορίζεται μόνο στα παραπάνω αυτή η μίζερη καθημερινότητα που θεωρούμε δεδομένη. Πληροφορήθηκα πρόσφατα από καλό μου φίλο για μια παράνομη κατεδάφιση διατηρητέου κτίσματος στο κέντρο του Ναυπλίου. Αλήθεια, πείτε μου, πόσα κτίρια υπάρχουν στο κέντρο της Λάρισας, ή των άλλων Θεσσαλικών πόλεων από αυτά που οι τοίχοι τους περικλείουν την ιστορία και τις μνήμες μιας πόλης; Πόσα έχουν σωθεί από την αντιπαροχή; Πόσα γλίτωσαν από ασεβείς «αξιοποιήσεις» καφετεριούχων; Πόσα μένουν όρθια και αξιοπρεπή; Πολλές φορές αναρωτήθηκα αν μας διακατέχει κάποιο σύνδρομο Μαζικής Εθνικής Ντροπής για την καταγωγή μας: δείχνουμε μια αξιοζήλευτη διάθεση να καταστρέψουμε ο,τιδήποτε θυμίζει το παρελθόν μας, με εξαίρεση τα μνημεία των πολύ μακρινών προγόνων μας. Κι αυτά όχι λόγω γνώσης ή σεβασμού αλλά επειδή αρέσουν στους τουρίστες και μας φέρνουν χρήμα. Δείχνουμε μια διάθεση να διαγράψουμε το παρελθόν μας σαν να μην ήταν ποτέ κομμάτι της ιστορίας μας. Φερόμαστε σαν νεόπλουτοι κι αυτό φαίνεται. Παντού. Στα αυτοκίνητα που οδηγούμε, στα ρούχα που φοράμε, στα σπίτια που χτίζουμε και στις πόλεις που ζούμε. Πόλεις χωρίς χρώμα, παρά μόνο το εφήμερο των ενδυματολογικών μας προτιμήσεων. Πόλεις χωρίς ταυτότητα παρά μόνο αυτή της κυριαρχίας του τσιμέντου, του γυαλιστερού, του κραυγαλέου, του φτηνού. Πόλεις – κακέκτυπα της κουλτούρας της πρωτευούσης. Πόλεις wannabe.
Δεν ξέρω ως που θα μας βγάλει αυτός ο δρόμος που δείχνουμε να τραβάμε ξένοιαστοι. Ξέρω μόνο ότι πρέπει ν’ αλλάξουμε ρότα. Ν’ αλλάξουμε τώρα. Να νοιαστούμε. Για τα παιδιά μας, για τον γείτονά μας, για τον συμπολίτη μας, για την πόλη μας, για το σπίτι μας. Όχι γιατί έχουμε χρέος να το κάνουμε αλλά γιατί δεν έχουμε περιθώρια να πράξουμε διαφορετικά.

Αρθρο μου, από την σελίδα "Οικολογία" της εφημερίδας "ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΗΧΩ" φύλλο Κυριακής 15 Νοέμβρη 2009

.

Ούτε σταγόνα χαμένη


Δεν με βρίσκουν σύμφωνο αφορισμοί πολιτικών που, στην προσπάθειά τους να δείξουν παραστατικά τις προτάσεις τους, χρησιμοποιούν σαν παραδείγματα την πορεία ή τα επιτεύγματα άλλων χωρών. Κατά καιρούς γίναμε ή θέλαμε να γίνουμε Ιρλανδία, Σουηδία, Δανία. Θα προτιμούσα να είμαστε Ελλάδα. Να χτίσουμε το δικό μας ιδιαίτερο και χαρακτηριστικό πρότυπο.
Αφού όμως κατανοούμε καλύτερα αυτό που βλέπουμε και όχι αυτό που οραματιζόμαστε, ας ακολουθήσουμε τις θετικές πρωτοβουλίες άλλων χωρών.
Διάβαζα πρόσφατα ότι το Βέλγιο και η Ολλανδία υιοθέτησαν νομοθετική ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία σε κάθε νέα οικοδομή, στο πλαίσιο της αειφορικής διαχείρισης των φυσικών πόρων, θα πρέπει να υπάρχει πρόβλεψη για συλλογή και χρήση του νερού της βροχής. Δεν σας κρύβω ότι μελαγχόλησα. Μελαγχόλησα γιατί σε χώρες όπου τα ύψη της ετήσιας βροχόπτωσης είναι κατά πολύ μεγαλύτερα αυτών της χώρας μας και όπου δεν παρατηρούνται έντονα προβλήματα ξηρασίας, νομοθετούν προβλέποντας την ίδια στιγμή που εμείς δεν κάνουμε καμιά προσπάθεια περιορισμού έστω της σπατάλης. Κι όμως, η χώρα μας είχε μακριά και πολύχρονη παράδοση στην συλλογή και χρήση του βρόχινου νερού. Στα κυκλαδίτικα νησιά, στη Μάνη και σε άλλες περιοχές όπου το νερό δεν ήταν ποτέ σε επαρκείς ποσότητες και διαθέσιμο όλες τις εποχές, οι στέρνες συλλογής του βρόχινου νερού για όλες τις χρήσεις ήταν απαραίτητο στοιχείο κάθε σπιτιού. Ακόμα όμως και στην ηπειρωτική χώρα, οι κάτοικοι των αγροτικών περιοχών κατασκεύαζαν στέρνες συλλογής και συγκράτησης των νερών της βροχής και των μικρών επιφανειακών απορροών για να ποτίσουν τους κήπους τους.
Οι πρακτικές αυτές όμως ξεχάστηκαν μπροστά στην ευκολία της μαζικής μεταφοράς και αποθήκευσης τεράστιων ποσοτήτων νερού για τα νησιά ή την εκμηχάνιση και εντατικοποίηση της αγροτικής παραγωγής που οδήγησε στην εύκολη λύση της προσφυγής στα φαινομενικά ανεξάντλητα αποθέματα υπόγειων νερού. Σήμερα, που οι γνώσεις μας είναι περισσότερες και η κατασπατάληση οδηγεί σε επικίνδυνη έλλειψη ή υποβάθμιση της ποιότητας των υδάτων, είναι καιρός να επιστρέψουμε στο παρελθόν, εξοπλισμένοι με την τεχνολογία και τα μέσα του παρόντος. Με την εγκατάσταση ενός απλού και χαμηλού κόστους οικιακού συστήματος συλλογής βρόχινου νερού, μια τετραμελής οικογένεια μπορεί σήμερα να εξοικονομήσει μέχρι περίπου εκατό κυβικά νερού το χρόνο.
Το παραπάνω δεν είναι παρά ένα απλό παράδειγμα του πως η πολιτεία θα μπορούσε να δείξει στην πράξη τη διάθεσή της για αλλαγή στον τρόπο που αντιμετωπίζει τα μεγάλα περιβαλλοντικά προβλήματα της χώρας. Στο ίδιο πνεύμα θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ή να προτείνει μια σειρά από επιλογές και νομοθετικές ρυθμίσεις.
Γνωρίζουμε, για παράδειγμα, ότι σε περιοχές όπως η Θεσσαλία, η υπεράντληση των υπόγειων αποθεμάτων νερού μας έχει οδηγήσει στα πρόθυρα της ερημοποίησης. Παράλληλα, με τον εξοστρακισμό του ακάλυπτου εδάφους από τις πόλεις μας – καλύπτουμε με τσιμέντο ή άσφαλτο κάθε ελεύθερη επιφάνεια – εμποδίζουμε τεράστιες ποσότητες νερού βροχής να εμπλουτίσουν φυσικά τα υπόγεια νερά μας, οδηγώντας τα στους υπονόμους και στους βιολογικούς καθαρισμούς. Τη ίδια στιγμή, οι τεράστιοι χώροι στάθμευσης των μεγάλων εμπορικών κέντρων που εμφανίζονται σαν μανιτάρια στα περίχωρα των πόλεων, ασφαλτοστρώνονται και οδηγούν τα νερά σε επιφανειακές απορροές. Μια πολιτική επιβολής κάποιου είδους «τέλους κάλυψης εδάφους» θα μπορούσε να οδηγήσει κάποιους κατασκευαστές να αναζητήσουν άλλες λύσεις. Θα μπορούσαν να προβλέψουν ζώνες ακάλυπτες και φυτεμένες με μεγάλα φυλλοβόλα δέντρα τα οποία θα πρόσφεραν τη σκιά τους κατά τους θερινούς μήνες. Αν παράλληλα φρόντιζαν να συλλέγουν το βρόχινο νερό, θα κάλυπταν και τις ανάγκες των δέντρων αυτών σε νερό.
Καμιά από τις παραπάνω πρωτοβουλίες δεν αυξάνει σημαντικά το κόστος μιας κατασκευής και έχει πάρα πολλά πρόσθετα οφέλη για την κοινωνία και τον τόπο. Οι τεχνικές λύσεις υπάρχουν, οι πρωτοβουλίες λείπουν. Ας το σκεφτούν οι κυβερνώντες αν επιθυμούν να κάνουν την Ελλάδα «Δανία του Νότου».

Αρθρο μου, από την σελίδα "Οικολογία" της εφημερίδας "ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΗΧΩ" φύλλο Κυριακής 15 Νοέμβρη 2009

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2009

Ολ-αίθριο σουβενίρ



Πηγή : ο λεκορμπυζιές

Ζούμε σε έναν καιρό που μαστίζεται από την αδράνεια. Τα αποτελέσματα είναι εμφανή τριγύρω μας. Παθητική σκέψη, παθητική δημοκρατία, παθητική αρχιτεκτονική. Όχι πολύ μακριά, κτίρια σε όλο το κέντρο της Αθήνας εγκαταλείπονται, θελημένα ή όχι, αδρανούν, ερημώνουν. Κτίρια από όλα τα layers της αρχιτεκτονικής ζωής της πόλης. Γερμανικός κλασικισμός, μοντερνισμός, λαϊκά σπίτια, μεσοπολεμικές πολυκατοικίες, εμπορικά κέντρα. Η γοητεία της φθοράς και η ιστορική τους αξία, ως τεκμήρια μιας άλλης εποχής, τα μετατρέπουν από κτίρια σε μνημεία. Η πολιτεία μεριμνά (κάποιες φορές χωρίς να το θέλει - προσφυγικά Αλεξάνδρας π.χ.) για την συντήρηση τους, την “αποκατάσταση” τους.
Παγώνει το χρόνο. Σε μια εποχή αδράνειας, αδρανοποιούμε τα κτίρια. Κόβουμε το φιλμ της ζωής τους σε ένα καρέ. Ποιο καρέ διαλέγουμε; Η ηθική της αναστήλωσης είναι αμφιλεγόμενη. Σε ένα πατσγουορκ όπως η Αθήνα, τα κτίρια σπάνια διακρίνονται για την καθαρότητα του “στυλ” τους (sic.). Τα περισσότερα από αυτά τα κτίρια γίνονται μουσεία. Εκθέτουν την ιστορία τους, εκθέτουν τα σωθικά τους, εκθέτουν τη ζωή τους. Από κοινοί θνητοί γίνονται θρύλοι. Η ζωή τους γίνεται “δημόσια”. Η ζωή τους σταματά σε ένα καρέ. Λουστράρεται και εκτίθεται. Ταυτόχρονα η Αθήνα επεκτείνεται στα προάστιά της. Αμφίβολης αρχιτεκτονικής κτίρια, δίχως πολεοδομικό σχεδιασμό, γεμίζουν τα σύνορα της πόλης. Χτίζουμε κι εγκαταλείπουμε. Ένα δίπολο δίχως λογική. Η αδράνεια της σκέψης.

Ο ήλιος διαγράφει το βιοκλιματικό του κύκλο φωτίζοντας εδώ και 150 χρόνια το κτίριο Αβέρωφ. Τον τελευταίο καιρό, λάμπουν στις αχτίνες του οι αρμολογήσεις της όψης τονισμένες από γραφίτη. Σωματίδια σκόνης γεμίζουν το αίθριο. Είναι τα μόνα που το γεμίζουν. Η ζωή έχει αφαιρεθεί από το πρότερο σπίτι της αρχιτεκτονικής σχολής. Οι φοιτητές γεμίζουμε τις αίθουσες του κτίριου Χημικών. Αναμένουμε την επιστροφή μας σε έναν χώρο που ετοιμάζεται για να αδρανοποιηθεί. Η αναγωγή του κτιρίου Αβέρωφ σε μνημείο έχει γίνει εδώ και πολλά χρόνια. Δεν του αποδόθηκε για την Αρχιτεκτονική του ποιότητα, η οποία στο πέρασμα των χρόνων έχει αμφισβητηθεί, αλλά σαν σκηνικό της
πτώσης της δικτατορίας. Η σημασία της ζωής που έκλεισε στο σώμα του καθρεφτίστηκε στην μνημειοποίηση του όχι ο αναγεννησιακός του διάκοσμος ή οι αρχαϊκοί ρυθμοί. Το
Αβέρωφ ξεσκονίζεται. Τα μάρμαρά του έχουν λουστραριστεί και ο ζωγραφικός διάκοσμος επανήλθε στην πρότερη του αίγλη. Σε κάποια σημεία οι οπές από τις σφαίρες που έχει “φάει” κρύφτηκαν. Το Αβέρωφ έμεινε στο καρέ του. Η ζωή έφυγε από αυτό. Έντονες συζητήσεις θέλουν το Αβέρωφ να μετατραπεί σε μουσείο. Είναι η αναμενόμενη κατάληξη της αδρανοποίησης ενός κτιρίου. Με τον τρόπο αυτό κανείς δεν θα μουτζουρώσει ξανά τους τοίχους, και κανείς δεν θα σκεφτεί σε αυτό για το μέλλον του. Το Αβέρωφ είναι ένα κτίριο μνημείο όσο η ζωή μέσα του συνεχίζει να προσφέρει ελπίδα.

Οι πρόσφατες καταστροφές που υπέστη το Αβέρωφ στα Δεκεμβριανά έχουν πολλαπλές αναγνώσεις. “Μας φταίνε οι γνωστοί-άγνωστοι που δεν επικοινωνούν με τα λαξεύματα της τέχνης πάνω στα μάρμαρα;” ή μήπως μας φταίει μια κοινωνία στην οποία τα μνημεία αντιμετωπίζονται σαν εκφραστές μιας πολιτικής κατάστασης και δέχονται την οργή των μαζών; Ο ορθολογισμός του γερμανικού προσωπείου του κτιρίου, που συνομιλεί άμεσα με την τριλογία της Πανεπιστημίου, εκφράζει καθεστωτικά αισθήματα άσχετα με τον παλμό των φοιτητών του ’74, του 2009.. Όσο η ζωή φεύγει από το Αβέρωφ και μένει η λουστραρισμένη πρόσοψη, το κτίριο θα αποκόπτεται από το συλλογικό συνειδητό ως μνημονικό κρεμαστάρι της ανατροπής και της ελπίδας και θα γίνεται ψυχρό μνημείο μιας ξενόφερτης αρχιτεκτονικής που θαυμάστηκε για λόγους εθνικής συνοχής. Τότε θα δέχεται πολύ περισσότερα πυρά απ’ ότι σήμερα.

Η ζωή οργιάζει στα κτίρια που πλαισιώνουν το Αβέρωφ. Μαζί με την μουσειοποίηση του Αβέρωφ τίθεται το θέμα της μεταφοράς της σχολής αρχιτεκτόνων στην πολυτεχνειούπολη. Οι υπέρμαχοι της προοπτικής αυτής εκθειάζουν την άπλα του “σύγχρονου” campus, την αποκέντρωση της πανεπιστημιακής κοινότητας, την μεταφορά (αντί της κατάργησης) του ασύλου, σε ένα μέρος που δεν θα καθίσταται προβληματική η εφαρμογή του. Η ερήμωση του κέντρου από την έξαλλη νεολαία, η τακτοποίηση και μουσειοποίηση του. Η αδράνεια. Από εκεί που στεκόμασταν ως φοιτητές ανάμεσα στο δίπολο “καρδιά” ή “έντερο” του Μπίρη (aka Αβέρωφ ή Χημείο) , καλούμαστε να εξοβελιστούμε από τον οργανισμό της πόλης σαν παράσιτα. Οι αρχιτέκτονες είναι οι μικροοργανισμοί της πόλης, η τοποθέτηση τους στα μοντερνιστικά κουτιά της πολυτεχνειούπολης έξω από τον αστικό ιστό θα μορφώσει γενιές αρχιτεκτόνων δίχως αστική παιδεία. Το κτίριο Αβέρωφ με τη συγκεντρωτική δομή του αιθρίου διαμόρφωνε το ιδανικό περιβάλλον για τη συλλογική πρακτική του αρχιτεκτονικού λειτουργήματος. Η ζωή μας στο Χημείο έχει ήδη λάβει μια νότα ατομισμού. Στον επόμενο τόνο η ώρα θα είναι κρίσιμη.\ Τα κτίρια στο κέντρο ερημώνουν. Η πολυτεχνειούπολη χτίζεται. Το άσυλο είναι μία σημαία στην οποία τυλίγεται όλος ο φόβος της μικροαστικής κοινωνίας. Το άσυλο συνοδεύει κάθε αναφορά σε βανδαλισμό, και γίνεται βασικό επιχείρημα της μουσειοποίησης του κέντρου. Η δράση και η αντίδραση της φυσικής νομοτέλειας. Οποιαδήποτε κοινωνική ανατάραξη προκαλεί ακόμη μεγαλύτερο συντηρητισμό και αδράνεια. Στη συζήτηση για το άσυλο απουσιάζει η αναφορά στην εκ των έσω κατάργησή του. Η κατευθυνόμενη πολιτική σκέψη στις σχολές. Η κατευθυνόμενη πολιτική σκέψη στα σπίτια μας. Η αδράνεια της κοινωνικής ανησυχίας είναι βασικό αποτέλεσμα της καταστρατήγησης του άσυλου του εγκεφάλου μας.

Το άσυλο έχει απαξιωθεί από τα μέσα του και όλη η φασαρία γίνεται για να πέσουν τα χωρικά προσχήματα. Η ζωή που άλλοτε γέμιζε το Αβέρωφ κινδυνεύει να μουσειοποιηθεί και η ίδια σε μια μελαγχολική ανάμνηση της ενεργητικότητας. Οι ερχόμενες μέρες μπορεί να γίνουν ακόμη ένα σκηνικό βανδαλισμού του Αβέρωφ. Δεν μας πειράζει που οι γνωστοί-άγνωστοι δεν μπορούν να επικοινωνήσουν με τα λαξεύματα της τέχνης. Πειράζει που η συζήτηση θα στραφεί στην εξοστράκιση μας από το χώρο ζωής μας. Αφού προστατέψουμε το κεφάλι μας πρέπει οι ίδιοι να είμαστε εδώ για να προστατέψουμε τη ζωή στο Αβέρωφ. Να το κάνουμε δικό μας. Να το κάνουμε ξανά από μνημείο κτίριο.

"Αυτό 'ναι που κάποτε μας ξενίζει-
η υπερτροφία του αμετάβλητου"

"Ελένη", Γιάννης Ρίτσος.