Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2013

Η Μάχη των καυσόξυλων

Τμήμα του παρακάτω κειμένου δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Ε" της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας της 13ης Ιανουαρίου


Τα τελευταία 2 χρόνια έχουμε καταναλώσει τόση υπερβολή ώστε να μην μας αγγίζει η καθημερινότητα. Υπερβολή είναι το νέφος αιθαλομίχλης που σκεπάζει την χώρα και οι κραυγές με τις οποίες προσπαθούμε να το ξορκίσουμε. Καθημερινότητα είναι ο συμπολίτης μας που κρυώνει. Ας βρούμε τρόπο να τα συνταιριάξουμε.

 Η εστία, που κάποτε συγκέντρωνε τους ανθρώπους σε ομάδες, που ταυτίστηκε με την οικογένεια και το σπίτι, που γέννησε τις κοινωνίες, η φωτιά που κάνει βιώσιμο έναν τόπο, μπορεί να κάνει αβίωτο έναν άλλο; Ναι, μπορεί.   

Λονδίνο. Δεκέμβρης του 1952. Μερικές ημέρες με έντονο κρύο που τις ακολούθησαν άλλες με υψηλά ποσοστά υγρασίας, θερμοκρασιακή αναστροφή και άπνοια, οδήγησαν στην δημιουργία του λεγόμενου νέφους αιθαλομίχλης (smog) – καπνός από την καύση λιθάνθρακα μαζί με ομίχλη -  που, σύμφωνα με κάποιους υπολογισμούς, σκότωσε περισσότερους από 12.000 ανθρώπους. Πρόκειται για ένα από τα χειρότερα περιστατικά θανατηφόρας περιβαλλοντικής ρύπανσης που έχουν καταγραφεί στην ιστορία της ανθρωπότητας. Είναι επίσης ο εφιάλτης των αρμοδίων και ειδικών ανά τον κόσμο.

Τα γεγονότα

Τον Νοέμβριο του 2011, μια υγρή και σχετικά κρύα ημέρα κινούμενος στην Αττική οδό από δυτικά, αισθάνθηκα αδικαιολόγητη δύσπνοια, τσούξιμο στα μάτια και έντονη την οσμή του καπνού. Αναγκάστηκα να κλείσω τα παράθυρα και τους αεραγωγούς του αυτοκινήτου για να κερδίσω λίγο καθαρό αέρα.
Λίγους μήνες μετά, τον Ιανουάριο της επόμενης χρονιάς, ευρισκόμενος στη Λάρισα παρατήρησα τις πρωινές ώρες πολίτες να κόβουν και να τεμαχίζουν δέντρα μέσα στην εσωτερική κοίτη του ποταμού Πηνειού και να τα φορτώνουν στα αυτοκίνητά τους.
Σχεδόν ένα χρόνο αργότερα, τον Νοέμβριο του 2012,  συνελήφθη επιχειρηματίας ο οποίος παρήγαγε πέλλετ από απορρίμματα στα οποία περιέχονταν τεμαχισμένα πλαστικά και άγνωστο τι άλλο. Είναι γνωστό επίσης ότι σε συνοικίες με παραδοσιακά χαμηλό εισόδημα, πολλοί συμπολίτες μας συγκεντρώνουν και καίνε κάθε προϊόντα ξύλου από υλικά κατεδάφισης (μοριοσανίδες, βαμμένα ξύλα και άλλα).
Σχεδόν κάθε μέρα του Δεκέμβρη που μας πέρασε, τις πρώτες απογευματινές ώρες έως νωρίς το βράδυ, ολόκληρες συνοικίες σε μεγάλες πόλεις σε κάθε γωνιά της Ελλάδας υπέφεραν από δύσπνοια και από την διάχυτη οσμή καπνού.
Συνδέονται και πως τα παραπάνω περιστατικά; Πόσο είναι πιθανό να επαναληφθεί ο εφιάλτης του Λονδίνου σε οποιαδήποτε ελληνική πόλη; Πόσο κινδυνεύουν τα δάση και τα άλση μας; Πόσο κινδυνεύει η υγεία μας από το είδος των καυσίμων ή τον τρόπο που καίγονται;  Πώς μπορεί κάποιος να ζεσταθεί χωρίς να νοιώθει τύψεις ότι θέτει σε κίνδυνο την υγεία τη δική του και των συμπολιτών του; Γιατί φτάσαμε ως εδώ;
Τα παραπάνω είναι μερικά από τα ερωτήματα με τα οποία βρισκόμαστε ήδη ή θα βρεθούμε αντιμέτωποι στο άμεσο μέλλον όλοι μας στον έναν ή τον άλλο βαθμό.


Καυσόξυλα. Για άλλους καταφύγιο για άλλους ελντοράντο

Είναι προφανές αλλά ας το ξαναπούμε: όλα τα παραπάνω είναι συνέπεια της οικονομικής κρίσης την οποία βιώνουμε όλοι τα τελευταία χρόνια. Μια οικονομική κρίση ποτέ δεν έρχεται μόνη. Μάλιστα, όσο μεγαλύτερη είναι τόσο περισσότερες φιλενάδες και μπαγκάζια κουβαλά μαζί της. Η περιβαλλοντική κρίση είναι μια από τις φιλενάδες της και η χαλάρωση πλευρών αυτού που θεωρείται κοινωνικά αποδεκτό, ένα από τα μπαγκάζια της.  Μερικές αμφιλεγόμενες αποφάσεις απλά έκαναν πιο έντονο το πρόβλημα ή επιτάχυναν την εμφάνισή του.
Πριν καν ανακοινωθεί επίσημα η εξομοίωση του φόρου στα καύσιμα, από τον χειμώνα ακόμα του 2011, οι προνοητικοί συμπολίτες μας αποφάσισαν να εγκαταλείψουν το πετρέλαιο ή άλλες μορφές θέρμανσης και να καταφύγουν στην πατροπαράδοτη αξία του τζακιού. Μερικές βόλτες στο χωριό τα Σαββατοκύριακα και αντίστοιχα πορτ-μπαγκάζ γεμάτα με καυσόξυλα από τις προμήθειες φίλων και συγγενών ήταν αρκετές ώστε να δοκιμάσουν την επιστροφή στις ρίζες. Η φράση «εγώ, με τα ξύλα από το χωριό, σώθηκα» έγινε η πλέον δημοφιλής στις συζητήσεις ανάμεσα σε εισοδηματικά καμένους έλληνες.
Με την εξίσωση των φόρων η κατάσταση ξέφυγε. Τα χωριά δεν άντεξαν την επιδρομή των συγγενών και φίλων οι οποίοι μην έχοντας άλλη επιλογή, κατέφυγαν σε εμπόρους καυσόξυλων. Η αυξημένη ζήτηση που επιβεβαιώνεται από τον πολλαπλασιασμό των σχετικών σημείων πώλησης, οδήγησε σε αθρόες εισαγωγές, σε εκτόξευση της τιμής και σε εμπορικές απάτες – είτε αυτές είχαν να κάνουν με την ποιότητα του ξύλου είτε με την παραδοτέα στον πελάτη ποσότητα είτε και με τα δύο.
Οι πλέον απελπισμένοι ή οι πλέον θρασείς κατέφυγαν στα περιαστικά δάση ή στα αμιγώς αστικά άλση. Στην αρχή καθαρίζοντας το χώρο από τα ξερά ή άρρωστα δέντρα αλλά σύντομα κόβοντας τα απολύτως υγιή. 
Σε πιο απομακρυσμένες περιοχές και σε πραγματικά δάση κατέφυγαν συμμορίες λαθροϋλοτόμων οι οποίες πολλές φορές χρησιμοποιούν πυροβόλα όπλα για να κρατήσουν μακριά τους άοπλους και ανεκπαίδευτους δασοφύλακες και να προστατεύσουν το – παρανόμως αποκτηθέν – εμπόρευμά τους. Οι συμμορίες αυτές επιδίδονται σε σχεδόν αποψιλωτική υλοτόμηση απογυμνώνοντας ολόκληρες περιοχές πολλών στρεμμάτων. Υπάρχουν καταγγελίες ακόμα και για χρήση εκσκαφέων προκειμένου να ξεριζωθούν δέντρα.
Η περιβαλλοντική ζημιά από την λαθραία υλοτομία είναι δεδομένη. Δάση δρυός, οξιάς ή πουρναριού κατά κύριο λόγο αλλά και πευκοδάση που βρίσκονται κοντά σε μεγάλα αστικά κέντρα είναι βέβαιο ότι δέχονται επιθέσεις υλοτόμησης. Οι επιθέσεις αυτές θα αυξηθούν από την άνοιξη και μετά, όταν η πρόσβαση και η εργασία θα γίνει ευκολότερη. Το μέγεθος της ζημιάς μόνο εκ του αποτελέσματος μπορεί να εκτιμηθεί και αυτό είναι η μια πλευρά, όχι απαραίτητα η λιγότερο σημαντική, του προβλήματος.

Τι αέρα αναπνέουμε;

Τι αέρα αναπνέουμε και ποια η συνεισφορά της καύσης των ξύλων στην ποιότητά του; Η απάντηση δεν είναι εύκολη ούτε μονοσήμαντα ορισμένη και θα χρειασθεί σοβαρή μελέτη πολλών παραγόντων προκειμένου να αποτιμηθεί. Στο βαθμό που εκτοπίζει άλλες ρυπογόνες πηγές που επηρεάζουν την κλιματική αλλαγή, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι έχει θετική επίδραση. Αν όμως αυξάνει την παρουσία άλλων ρύπων τότε το όποιο κέρδος εξανεμίζεται. Στην ελληνική περίπτωση, με δεδομένες τις συνθήκες και την συγκεκριμένη χρονική στιγμή, το οικολογικό ισοζύγιο είναι σαφώς αρνητικό και η υποβάθμιση της ποιότητας της ατμόσφαιρας πρέπει να θεωρείται δεδομένη.
Το ίδιο δεδομένη μπορεί να θεωρηθεί και η υποβάθμιση της ποιότητας της εσωτερικής ατμόσφαιρας, του αέρα δηλαδή που αναπνέει κάποιος μέσα στο σπίτι του, ειδικά όταν χρησιμοποιεί τζάκι ανοιχτής εστίας.

Τα προβλήματα υγείας

Τι συνέπειες όμως έχει η χρήση των καυσόξυλων στην υγεία μας;  Όλα είναι ζήτημα μεγέθους και κλιματικών συνθηκών. Η εκτεταμένη χρήση καυσόξυλων ή άλλων υλικών σε μεγάλη κλίμακα εντός αστικών περιοχών έχει ως αποτέλεσμα την βεβαιωμένη ήδη με μετρήσεις αύξηση των συγκεντρώσεων εισπνεύσιμων και αναπνεύσιμων αιωρούμενων σωματιδίων. Πρόκειται για σωματίδια, στην περίπτωσή μας προϊόντα της καύσης, που διαχέονται μαζί με τον καπνό, και καταλήγουν με την αναπνοή στους πνεύμονες. Στην επιστημονική κοινότητα, τα σωματίδια αυτά είναι γνωστά με τις ονομασίες PM 10 και ΡΜ 2,5. Τα ανώτατα όρια ασφαλείας που έχει θεσπίσει η ΕΕ και έχει αποδεχτεί η Ελλάδα είναι 40 και 20 μικρογραμμάρια ανά κυβικό μέτρο αέρα. Τον φετινό χειμώνα σε πάρα πολλές πόλεις τα όρια αυτά έχουν ξεπεραστεί κατά πολύ και έχουν παρατηρηθεί μετρήσεις έως και 1300 μικρογραμμάρια (Βόλος, 27-12-2012). Η κατάσταση αυτή θα χειροτερέψει και μόνο συγκριτικές επιδημιολογικές μελέτες μπορούν να την συνδέσουν με αύξηση εισαγωγών σε νοσοκομεία ασθενών με αναπνευστικά προβλήματα. Είναι προφανώς σίγουρο ότι οι ευαίσθητες πληθυσμιακές ομάδες (ασθενείς με άσθμα, με χρόνια αναπνευστικά προβλήματα, ηλικιωμένοι, καρδιοπαθείς) πλήττονται ήδη, ενώ σε περιπτώσεις έξαρσης του φαινομένου η επίδραση θα αγγίζει όλο και μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού.
Οι άνθρωποι με ευαίσθητο αναπνευστικό ούτως ή άλλως είναι προσεκτικοί στις εξόδους τους, τώρα έχουν ένα λόγο να είναι διπλά προσεκτικοί.
Η κατάσταση βεβαίως είναι ανησυχητική για παραπάνω λόγους, ιεραρχικά μεν κατώτερους αλλά κοινωνικά το ίδιο σημαντικούς. Μια παρατεταμένη έξαρση κρουσμάτων νόσων του αναπνευστικού, μπορεί να οδηγήσει τα νοσοκομεία σε αδυναμία αντιμετώπισης των περιστατικών, το σύστημα υγείας στα όριά του με πολύ μεγάλο κόστος που θα βαρύνει τους ασθενείς, την εθνική οικονομία και κυρίως τα βαριά νοσούντα ασφαλιστικά ταμεία.
Μπορεί η κατάσταση να γίνει ανεξέλεγκτη ή επικίνδυνη; Μόνο αν συντρέξουν μια σειρά από συνθήκες Αν και οι πιθανότητες είναι εξαιρετικά μικρές, κανείς δεν μπορεί να τις αποκλείσει εντελώς. Σε πυνοκατοικημένη και με σχετικά μεγάλο πληθυσμό περιοχή, με υψηλά επίπεδα υγρασίας, δριμύ ψύχος, συνθήκες άπνοιας και θερμοκρασιακή αναστροφή είναι πιθανό να παγιδευτεί στρώμα αιθάλης στα χαμηλότερα τμήματα της ατμόσφαιρας. Μια τέτοια κατάσταση θα επηρεάσει έντονα την υγεία ακόμα και τμημάτων του πληθυσμού εκτός των ομάδων υψηλού κινδύνου, θα προκαλέσει συνθήκες παράλυσης στο σύστημα υγείας και θα οδηγήσει σε αύξηση της θνησιμότητας. Δεν γνωρίζω πόλεις στις οποίες θα μπορούσαν να συντρέξουν όλες οι συνθήκες μαζί και μάλιστα για όχι μικρό χρονικό διάστημα. Αυτό δεν σημαίνει ότι η πολιτεία δεν οφείλει να προετοιμαστεί. Αντιθέτως, πρέπει όλοι οι μηχανισμοί να είναι σε σχετική ετοιμότητα για ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

Τι πρέπει να κάνουμε;

Πραγματικά είναι δύσκολο κανείς να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα όταν μπροστά του έχει κάποιον που κρυώνει. Ούτε μπορεί να απαιτήσει από ένα κράτος που δεν μπορεί να καλύψει τα άκρως απαραίτητα να επιδοθεί σε ένα εκ των προτέρων χαμένο κυνηγητό της λαθροϋλοτομίας στα ελληνικά βουνά. Μπορεί όμως να ελέγξει αυστηρά και φορολογικά το εμπόριο και την διακίνηση καυσόξυλων
Οφείλει επίσης να οργανώσει εκστρατεία ενημέρωσης του κοινού ώστε να αποκτήσει τις βασικές γνώσεις σωστής χρήσης του τζακιού, τρόπους επιλογής καυσόξυλου (ένα χλωρό ξύλο παράγει πολλαπλάσια ποσότητα αιθάλης από ένα επαρκώς στεγνό), καθαρισμού της εστίας και της καμινάδας, διαχείρισης της στάχτης.
Χρειάζεται επίσης να πάρει μέτρα προληπτικής προστασίας του χρήστη καυσόξυλων ή καταναλωτή εξοπλισμού καύσης. Η καθιέρωση προδιαγραφών οι οποίες οδηγούν σε πληρέστερη καύση και σε μείωση των εκπομπών αιθάλης είναι ένα από αυτά. Μπορεί να μην λύνει άμεσα το πρόβλημα αλλά εμποδίζει την μεγέθυνσή  του.  
Η πολιτεία είτε με αποφάσεις σε κεντρικό επίπεδο είτε με πρωτοβουλίες σε επίπεδο αυτοδιοίκησης οφείλει να εγκαταστήσει σταθμούς μέτρησης οι οποίοι θα σημαίνουν συναγερμό σε περιπτώσεις αύξησης των συγκεντρώσεων των αιωρούμενων σωματιδίων. Μια διεπιστημονική επιτροπή – υπάρχουν ήδη οι επιτροπές Πολιτικής Προστασίας - θα συνεκτιμά τις συνθήκες και θα αποφασίζει άμεσα για την ανάγκη λήψης μέτρων που μπορεί να είναι από απλές εκκλήσεις αυτοσυγκράτησης μέχρι απαγορεύσεις.
Η πολιτεία επίσης, όπως την ορίσαμε παραπάνω, καθώς και η κοινωνία μέσω  των οργάνων συλλογικής δράσης μπορεί να βρει έξυπνους τρόπους ώστε να αντιμετωπίσει το κοινωνικό πρόβλημα, προστατεύοντας τον δημόσιο πλούτο, τα δάση δηλαδή, και διατηρώντας υψηλά το επίπεδο της ποιότητας ζωής, όσο αυτό είναι δυνατό. Πόσο δύσκολο αλήθεια είναι να δημιουργηθούν συνεταιρισμοί οι οποίοι θα αναλαμβάνουν τον καθαρισμό των δασών από την ξερή καύσιμη ύλη, προσφέροντας προστασία από τις πυρκαγιές ενώ ταυτόχρονα θα παράγουν βιοκαύσιμα (πέλλετ ή μπρικέτες) τα οποία θα διαθέτουν σε ανταγωνιστικές τιμές, παρεμβαίνοντας θετικά στον ανταγωνισμό; Καθόλου, κατά την άποψη πολλών. Μάλιστα μια τέτοια προσπάθεια, αν την αναλάβουν επί παραδείγματι συνεταιρισμοί ελαιοπαραγωγών, θα μπορούσε να ενισχυθεί από τα κλαδέματα των ελαιοδέντρων ή από την φροντίδα του αστικού πρασίνου των Δήμων. Μια τέτοια πρωτοβουλία και αναπτυξιακό χαρακτήρα έχει, καθώς δημιουργεί θέσεις εργασίας και συμβάλει θετικά στην εθνική οικονομία, επειδή μπορεί να οδηγήσει σε – μικρή έστω – μείωση των εισαγωγών σε καύσιμα θέρμανσης.
Το πρόβλημα είναι υπαρκτό αλλά ποια είναι η λύση; Σαφώς δεν είναι ο εξοστρακισμός των βιοκαυσίμων ή η δαιμονοποίηση των καυσόξυλων. Το τελευταίο μόνο συμφέροντα εξυπηρετεί και μάλιστα αυτά τα οποία η απόφαση για εξομοίωση των φόρων υποτίθεται ότι θέλησε να πατάξει. Βέβαια το κράτος όφειλε να προβλέψει αλλά πότε αλήθεια το έκανε;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου