Σάββατο, 4 Σεπτεμβρίου 2010

Παλιά προβλήματα – Νέες αντιλήψεις Μέρος 1ο

Η κοινή γνώμη ονομάζει “βιολογικό” κάθε μονάδα επεξεργασίας υγρών αποβλήτων και, δυστυχώς, αυτήν τη λανθασμένη, αμφιμονοσήμαντη αντιστοίχιση την υιοθετούν πολιτικοί, διοικητικοί παράγοντες, επαγγελματίες του χώρου του περιβάλλοντος και μέρος της επιστημονικής κοινότητας.
Η κοινή γνώμη, ορισμένη με τις ανωτέρω προσθήκες βέβαια, ταυτίζει επίσης την επεξεργασία αποβλήτων, από άποψη εγκαταστάσεων, με εκτάσεις γεμάτες τεράστιες, τσιμεντένιες δεξαμενές και πολύπλοκα μηχανήματα, που περιστρέφονται, αναδεύουν, αερίζουν, καθαρίζουν και, οπωσδήποτε, μυρίζουν. Μυρίζουν πολύ και μυρίζουν άσχημα. Γι' αυτό τις χωροθετούν στα περιθώρια της πόλης, σε υποβαθμισμένες περιοχές, τις οποίες με αυτό τον τρόπο “βουλιάζουν” ακόμα βαθύτερα στην υποβάθμιση.
Για να “φτάσουν” τα απόβλητα σε αυτά τα φαραωνικά εργοστάσια, απαιτείται η κατασκευή ενός δαιδαλώδους και τεράστιου δικτύου υπόγειων αγωγών, οι οποίοι μεταφέρουν από κάθε σπίτι, κτίριο, επιχείρηση, βιοτεχνία, μικρή βιομηχανία ή ακόμα και δρόμο, τα απόβλητα στην κεντρική μονάδα. Το έργο της κατασκευής του αποχετευτικού δικτύου, ειδικά στις μεγάλες πόλεις, είναι τεράστιο, πολυδάπανο στην κατασκευή και τη συντήρησή του.
Φυσικά, πολυδάπανη ειναι και η λειτουργία και συντήρηση της κεντρικής μονάδας επεξεργασίας λυμάτων, του “βιλογικού”, όπως τον είπαμε παραπάνω. Χρειάζεται προσωπικό, καταναλώνει μεγάλες ποσότητες ενέργειας, απαιτεί τακτική και συχνή συντήρηση και παρακολούθηση, είναι ευπαθής σε “έκτακτα περιστατικά”.
Το τεράστιο κόστος κατασκευής, διαχείρισης λειτουργίας και συντήρησης μιας κεντρικής μονάδας επεξεργασίας αποβλήτων, αλλά και του δικτύου της, καλείται να το πληρώσει το κοινωνικό σύνολο μέσα από τα δημοτικά τέλη και τα τέλη χρήσης υπονόμων. Για αναλογικότητα ούτε λόγος καθώς, ούτε η κατανάλωση νερού από μόνη της, ούτε τα τετραγωνικά μέτρα του οικήματος ή της εγκατάστασης, είναι κριτήριο παραγωγής λυμάτων.
Τα παραπάνω γίνονται εντονότερα σε ιδιαίτερες περιπτώσεις, όπως αυτή του Ασωπού, όπου ακούγεται ότι θα κατασκευαστεί κεντρική μονάδα υποδοχής και επεξεργασίας όλων των λυμάτων, αστικών και βιολογικών. Η δέσμευση ότι οι βιομηχανίες θα προεπεξεργάζονται τα αποβλητά τους σε κάποιο βαθμό δεν γνωρίζω αν αλλάζει τίποτα καθώς δεν έχει ανακοινωθεί ο τρόπος ελέγχου τόσο της μεθόδου προεπεξεργασίας όσο και του αποτελέσματος αυτής. Σε κάθε όμως περίπτωση, δεν καταστρατηγείται η πολυδιαφημισμένη αρχή “ο ρυπαίνων πληρώνει”;
Παρόμοια ερωτήματα τέθηκαν εδώ και δεκαετίες σε χώρες που, στο ζήτημα της επεξεργασίας των αποβλήτων, βρίσκονται μερικά χρόνια μπροστά από εμάς, και δόθηκαν απαντήσεις. Έτσι, η βιολογία των εγκαταστάσεων βελτιώθηκε, σε βοήθειά της προσέτρεξαν και η φυσική και η χημεία και η μηχανική, οι απαιτούμενες εκτάσεις για τις εγκαταστάσεις περιορίστηκαν, η όχληση των περιοίκων πρακτικά εκμηδενίστηκε. Ταυτόχρονα άλλαξε η φιλοσοφία αντιμετώπισης των λυμάτων.
Ας δούμε για παράδειγμα την αλλαγή της φιλοσοφίας στη βιομηχανία:
Μέχρι σήμερα ο μελετήτης (θα έπρεπε να) εξετάζει τις διάφορες φάσης της παραγωγής, να αθροίζει τα παραγόμενα λύματα σε ποσότητες και ποιότητες, να γνωρίζει τις απαιτήσεις του νόμου στην έξοδο και με βάση αυτά τα δεδομένα να σχεδιάζει την μονάδα επεξεργασίας λυμάτων.
Ο κατασκευαστής, στη συνέχεια, κατασκευάζει τις απαιτούμενες μονάδες π.χ. εσχαρισμού, ελαιοδιαχωρισμού, καθίζησης,, αερισμού κ.τ.λ. ώστε το τελικό προϊόν να είναι, όσο το δυνατόν, πλησιέστερα σε αυτό που ονομάζουμε “καθαρό νερό”.
Η “Νέα Φιλοσοφία” απαιτεί την ολοκληρωμένη θεώρηση των παραγωγικών διαδικασιών έτσι ώστε ή να μηδενισθεί ή να περιορισθεί στο ελάχιστο η παραγωγή ρύπων σε κάθε γραμμή παραγωγής και στο εργοστάσιο σαν σύνολο. Συνηθίζουμε να λέμε ότι τα δικά μας σκουπίδια μπορεί να είναι πολύτιμα για κάποιον άλλον. Με την ίδια λογική και αναλογικά το ίδιο ισχύει πολλές φορές και στη βιομηχανική παραγωγή. Έτσι, σε μια ποσότητα λυμάτων μπορεί να εμπεριέχονται σημαντικές ποσότητες πρώτων υλών, οι οποίες μπορούν να ανακτηθούν και να επαναχρησιμοποιηθούν. Ακόμα κι αν κάποιες ύλες δεν αφορούν την υπό μελέτη βιομηχανία, μπορούν να είναι χρήσιμες σε κάποια άλλη. Σε κάθε περίπτωση, η “Νέα Φιλοσοφία” στη μελέτη στο σχεδιασμό και την εγκατάσταση επεξεργασίας αποβλήτων επιδιώκει τη μείωση - που μπορεί να οδηγήσει ως το μηδενισμό – της παραγωγής αποβλήτων, έχοντας πάντα υπόψη ότι, η όποια ανάκτηση ή επαναχρησιμοποίηση υλικών, θα πρέπει να επιδιώκεται στο βαθμό που και ο νόμος να υπηρετείται και η κερδοφορία της επιχείρησης να μην επηρεάζεται. Αυτό ίσως να ακούγεται οξύμωρο, αλλά κρατήστε το, θα το χρειαστούμε στη συνέχεια του άρθρου.
Η Νέα Φιλοσοφία δεν κρατά “αυτοτελείς” από πλευράς αντιμετώπισης ή επεξεργασίας τις γραμμές παραγωγής αλλά τις βλέπει σαν μέρη ενός συνόλου. Επιδιώκει τη μεγιστοποίηση του οφέλους τόσο από την κάθε μια, ανεξάρτητη γραμμή παραγωγής, όσο και από τη συνέργια όλων. Έτσι, όταν πολλές φορές παρά την επιθυμία μας, είτε δεν μπορούμε είτε δεν καταφέρνουμε να μηδενίσουμε την παραγωγή αποβλήτων, τότε είναι απαραίτητο να σχεδιάσουμε και να κατασκευάσουμε μια κεντρική, σε επίπεδο εργοαστασίου, μονάδα. Ακόμα και σ' αυτήν την περίπτωση επιλέγουμε, άν και σε ποιό επίπεδο επεξεργασίας θα συναντήσει την κεντρική μονάδα η κάθε γραμμή παραγωγής. Επιδίωξη είναι να περιοριστούν στο ελάχιστο οι απαιτήσεις σε εξοπλισμό, έκταση, κατανάλωση ενέργειας και προσωπικό.
Στην έξοδο μια τέτοιας διαδικασίας πρέπει να έχουμε την υψηλότερη δυνατή ποιότητα νερού, ώστε να ικανοποιούνται οι σημερινές απαιτήσεις της νομοθεσίας και να υπάρχουν τα περιθώρια προσαρμογών, εάν η νομοθεσία αλλάξει προς το αυστηρότερο, στο μέλλον. Άραγε, μπορεί αυτό να επιτευχθεί; Λογικά - και δεν γνωρίζω γιατί αυτό δεν συμβαίνει μέχρι σήμερα - όταν πρόκειται για σημαντικές επενδύσεις ή μεγάλες βιομηχανικές μονάδες, σε συνδυασμό με την κλίμακα της περιοχής, τόσο ο μελετητής όσο και οι επενδυτές, θα έπρεπε να επιδιώκουν τη συνεργασία με τοπικές ή και ευρύτερης επιρροής περιβαλλοντικές ομάδες πολιτών. Έτσι, οι διαφανείς διαδικασίες μελέτης, κατασκευής και παρακολούθησης εξασφαλίζουν – μαζί με τους ελέγχους από την πολιτεία – την υγεία, την προστασία του περιβάλλοντος και την ποιότητα ζωής σε μια περιοχή.
Αυτό, τέλος, που δίνει αίσθημα ασφαλείας στον επενδυτή – ιδιοκτήτη απέναντι στην πολιτεία και τον κοινωνικό έλεγχο είναι η ανάληψη του μεριδίου ευθύνης που αναλογεί από τον μελετητή και τον κατασκευαστή του συστήματος, κάτι που μέχρι σήμερα δεν συνέβαινε, τουλάχιστον όχι νομικά. Έτσι, εαν η επεξεργασία αστοχήσει όχι από υπαιτιότητα του εργοστασίου, να υπάρχει αστική ευθύνη του μελετητή – κατασκευαστή. Με άλλα λόγια, ο μελετητής ή κατασκευαστής να υποχρεούται στην παροχή εγγύησης αποτελεσματικής λειτουργίας του συστήματος που μελέτησε, σχεδίασε ή κατασκεύασε. 

1 σχόλιο:

  1. στείλε μου την διεύθυνσή σου στο izabet@chem.uoa.gr, θέλω να σου στείλω το βιβλίο μας "η πράσινη κρίση"

    φιλικα

    ΓΖ

    ΑπάντησηΔιαγραφή