Τρίτη 30 Ιουνίου 2015

...μπερδέματος


Λυπάμαι πραγματικά από την αδυναμία ψύχραιμης ανάλυσης της πραγματικότητας και με επιχειρήματα τοποθέτησης απέναντι στα γεγονότα και τις εξελίξεις που παρατηρώ παντού γύρω μου.
Συναισθηματικά ανώριμοι και λογικά έφηβοι θεωρούν το ΟΧΙ σαν μια ευθεία προβολή του «μολών λαβέ» των Σπαρτιατών και φαντάζονται εαυτούς με σανδάλι και κοντό χιτώνιο. Τρομοκρατημένοι μικροαστοί που μεγάλωσαν με κατοχικά σύνδρομα, νομίζουν ότι θα τους λείψει το μακαρόνι και αγοράζουν με τη ντουζίνα τα πάκα και κραυγάζουν ΝΑΙ. Παραπλανημένοι παλαιοκομμουνιστές θεωρούν ότι το ΟΧΙ είναι μαχαιριά στα στήθη του θηρίου που ακούει στο όνομα καπιταλισμός και το ΝΑΙ η Πέμπτη φάλαγγα της σκοτεινής «Νέας Τάξης Πραγμάτων». Φοβικοί παλαιοδεξιοί που νομίζουν ότι το ΟΧΙ θα μας ρίξει στην αγκαλιά του Πουτιν που απεργάζεται σχέδια αφανισμού της δύσης και το ΝΑΙ θα αντικαταστήσει αυτόματα τον Μακρυγιάννη με τον Κάντ ξέρωγω και οι πάντες, ΟΙ ΠΑΝΤΕΣ να θεωρούν τους απέναντι τουλάχιστον λιγότερο έξυπνους και κατά περίπτωση ψεκασμένους, προδότες, αλήτες, δραχμολάγνους, ευρωλιγούρηδες, οπωσδήποτε διεφθαρμένους και πουλημένους.
Η ευκολία με την οποία τουμπάρουν τις θέσεις και τα επιχειρήματά τους ώστε να καλύπτουν και να καλύπτονται από την επικαιρότητα - που όχι λίγες φορές τους φτύνει - είναι παροιμιώδης και κάνει τους ψύχραιμους να κλαίνε από τα γέλια. Το «με λένε Ρίζο κι όπως θέλω τα γυρίζω» ταιριάζει σαν καθρέφτης σε όλους. Έτσι, όταν ο Τσίπρας φέρεται να υπογράφει, είναι απατεώνας και ψεύτης που εξαπάτησε το λαό και όταν δεν υπογράφει, αληταράς, αγράμματος καταληψίας που μας ρίχνει στα βράχια ή από την άλλη πλευρά, όταν δεν υπογράφει είναι πιστός στις αρχές του αριστερός – επαναστάτης – ριζοσπάστης και όταν υπογράφει, εχέφρων, συνετός, σύγχρονος Ευρωπαίος ηγέτης. Σε κάθε περίπτωση, η φιλολογία του άσπρου – μαύρου κυριαρχεί και η μανιχαϊκή θεώρηση της πραγματικότητας είναι το μοναδικό εργαλείο ανάλυσης.
Να ξέρετε οι περισσότεροι ότι εδώ θα είμαστε και αύριο και ότι οι «συμμαχίες» θα αλλάξουν, οι σημαίες ευκαιρίας θα υποσταλούν, νέες θα ανεμίσουν σε νέους ή στους ίδιους ιστούς, η γη θα γυρίζει, κι οι Ρίζοι μαζί της. Γι’ αυτό, λιγότερες κραυγές φίλοι και λιγότερο φίλοι. Λιγότερες κραυγές και περισσότερα επιχειρήματα.
...κι η φάση είναι ότι αν το κρίσιμο ή το επίκαιρο ερώτημα αλλάξει ξαφνικά, αν αφαιρεθεί από το πλέγμα των σχέσεων η εξουσία και η νομή της, τότε οι συμμαχίες αλλάζουν αυτόματα, η "τράπουλα" ξαναμοιράζεται, και ο χορός συνεχίζεται με καινούργιο παρτενέρ.
Έτσι, αν πηγαίναμε σε δημοψήφισμα για το σύμφωνο συμβίωσης - όπως Ιρλανδία - κάποιοι από τους τωρινούς σας συμμάχους θα ήταν αντίπαλοι αλλά όχι εχθροί, όχι προδότες. Αν πηγαίναμε σε δημοψήφισμα για την ιθαγένεια ή τους μετανάστες στη σημερινή "πλατεία" θα γινόταν επεισόδια. Το ίδιο και στη χθεσινή.
Γκέγκε?

Λόγος περί χρεοκοπίας

Δεύτερη μέρα με τις τράπεζες κλειστές, capital controls, με τις συνομιλίες ανάμεσα στην Ελλάδα και τους δανειστές να έχουν καταρρεύσει, το κλίμα να είναι άκρως αρνητικό και το μέλλον να μοιάζει αδύνατο να αποφευχθεί.
Η πολυαναμενόμενη αντίδραση των αγορών, η οποία θα οδηγούσε τον παγκόσμιο καπιταλισμό σε ήττα δεν ήρθε, τουλάχιστον χθες και σήμερα και μάλλον ούτε αύριο θα κάνει την εμφάνισή της. Οι μεγάλοι χρηματιστηριακοί  δείκτες κινήθηκαν χθες πτωτικά σχεδόν σε όλο τον κόσμο, με την Ευρώπη να αντιμετωπίζει τα υψηλότερα αρνητικά (πάνω από 3,5% ο DAX και ο CAC) και την Αμερική να επηρεάζεται λιγότερο. Το ευρώ έκανε την έκπληξη με το τέλος να το βρίσκει ενισχυμένο έναντι του δολαρίου, πράγμα που οδήγησε σήμερα την Ασία να ανοίξει θετικά και να κινείται συνεχώς «πράσινα» ενώ η Ευρώπη κινείται μεν αρνητικά αλλά γύρω στο -1%.
Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι ένα ακόμη θεωρητικό διαπραγματευτικό χαρτί «κάηκε» απότομα  και πλέον βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την επόμενη ψυχρολουσία που είναι α) η αδυναμία πληρωμής των οφειλών μας προς το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και β) το τέλος των μηχανισμών στήριξης του ελληνικού τραπεζικού συστήματος. Τα δύο αυτά γεγονότα σημαίνουν ότι με τα σημερινά δεδομένα είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν θα ανοίξουν οι τράπεζες την ερχόμενη Τρίτη και στην καλύτερη περίπτωση, είναι αμφίβολο αν θα ανοίξουν όλες. Επιπλέον, η Ελλάδα θα βρίσκεται σε καθεστώς ουσιαστικής πτώχευσης και στάσης πληρωμών σε περιβάλλον σκληρού νομίσματος και με αδυναμία νομισματικών χειρισμών.
Με αυτές τις προοπτικές, η διεξαγωγή ενός δημοψηφίσματος μοιάζει με πολυτέλεια αν δεν είναι πράξη παράνοιας, για τον απλούστατο λόγο ότι, ασχέτως με το αποτέλεσμα, η πορεία, οι εναλλακτικές, οι δυνατότητες χειρισμών θα είναι εξαιρετικά περιορισμένες και καμιά σχέση θα έχουν με τις συνθήκες που περιγράφονται στο ερώτημα των ψηφοδελτίων. Να θυμίσω εδώ ότι ένα δημοψήφισμα δεν γίνεται για να διαδηλώσει μια πλειοψηφία ή μια μειοψηφία την άποψή της αλλά για τη λήψη αποφάσεων. Όποιος «κονταίνει» το νόημα και την ουσία του δημοψηφίσματος θα απολογηθεί στο εδώλιο της ιστορίας και θα έχει να δώσει λόγο για πολλά εκείνη την ώρα.
Θα πει κανείς «δηλαδή, τι μπορούσαμε να κάνουμε;». Πολλά, είναι η απάντηση, και από καιρό τώρα αλλά σταθήκαμε ολίγιστοι μπροστά στην Ιστορία και στην Κρισιμότητα των Στιγμών και αυτό δεν μπορέσαμε ποτέ να το ξεπεράσουμε. Προτάξαμε τις ιδεοληψίες μας και τις εμμονές μας έναντι του κοινού συμφέροντος που επέβαλε απλά την γρήγορη έξοδο από την κρίση. Προτιμήσαμε την προστασία της παράταξης και του μικροσυμφέροντος και αρνηθήκαμε να σηκώσουμε το κεφάλι πάνω από το εφήμερο.
Ακόμα και σήμερα, ακούω από τους τωρινούς διαχειριστές της εξουσίας να λένε ότι θα υποφέρουμε ένα – δυο – τρία χρόνια αλλά θα βγούμε από την όποια κρίση, περήφανοι. Κύριοι, η κρίση δεν είναι μόνο νούμερα αλλά πίσω από αυτά υπάρχουν άνθρωποι, το θυμάστε αυτό ή τώρα δεν σας αφορά ή δεν σας εκφράζει; Κύριοι, τα τωρινά νούμερα θα είναι περισσότερο κόκκινα από ποτέ και το κόκκινο δεν θα έχει να κάνει με το πρόσημό τους, όχι μόνο. Θα έχει να κάνει με τις καταστροφές που θα πλήξουν πάλι τους αδύναμους, τους μη έχοντες, τους κινούμενους στο περιθώριο της κοινωνίας, της παραγωγής, της κοινωνίας, ένα περιθώριο που θα μεγαλώνει και θα διογκώνεται κάθε μέρα. Ένα περιθώριο, τον πόνο του οποίου ούτε το κράτος θα μπορέσει να απαλύνει – γιατί θα έχει πρακτική αδυναμία να το κάνει – ούτε η κοινωνία θα είναι σε θέση να εκφράσει την αλληλεγγύη της, γιατί (θυμάστε;) την μάθατε να μπερδεύει την αλληλεγγύη με την ελεημοσύνη.
Όλα τα παραπάνω, θα είναι παιδική εκδρομή μπροστά στην πιθανότητα εκτροπών που κανείς (ΚΑΝΕΙΣ) δεν κάνει κάτι να αποφύγει. Κανείς δεν κάνει κάτι να θωρακίσει το αύριο από ακραίες συμπεριφορές. Παντού και εκατέρωθεν όλοι λεκιάζουν το φόρεμα της δημοκρατίας και της ομαλότητας με κραυγές για προδοσίες, για ειδικά δικαστήρια, για ελικόπτερα, για κρεμάλες. Εδώ και πέντε χρόνια τα ίδια. Κι αν οι ευθύνες του συρφετού που προπηλάκιζε συστηματικά πολίτες και πολιτικούς από ετών είναι δεδομένες, δεν θα παραγνωριστούν ποτέ και οι ευθύνες όσων ήταν στα θύματα τότε και τώρα κραυγάζουν για Γουδί, καταστροφές και δικαστήρια.

Δεν είμαι αισιόδοξος, καθόλου. Οι θεοί της Ελλάδας και του καθενός μας να βάλουν το χέρι τους. 

Κυριακή 28 Ιουνίου 2015

Δημοψήφισμα, μια πρώτη προσέγγιση


Επειδή, δημοψήφισμα σημαίνει ότι
·         αποφασίζω ανάμεσα σε δυο διακριτές και καθαρές θέσεις - ως προς το περιεχόμενο και ως προς τις συνέπειες αποδοχής ή απόρριψης τους
·         έχω ικανό χρόνο να αποφασίσω
·         έχω ανεξάρτητους ειδικούς, διαθέσιμους να μου εξηγήσουν τα πάντα και να λύσουν τυχόν απορίες μου, τόσο εγώ όσο και κάθε Έλληνας πολίτης ανά την επικράτεια (τουλάχιστον στα δημόσια Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης)
και επειδή όλα τα παραπάνω, μέχρι στιγμής φαίνεται να μην μπορεί να μου τα εξασφαλίσει κανείς, για το λόγο αυτό, η συμμετοχή μου στην εκλογική διαδικασία θα εξυπηρετήσει άλλα πολιτικά συμφέροντα, άσχετα με το τι εγώ θα επιλέξω να ψηφίσω. Η πρώτη μου λογική αντίδραση λοιπόν θα ήταν «δεν νομιμοποιώ με την ψήφο μου μια διαδικασία η οποία προσβάλει εμένα σαν πολίτη, προσβάλει τη νοημοσύνη μου, προσβάλει τη δημοκρατία και καταρρακώνει την έννοια και την ουσία του δημοψηφίσματος».
Όμως, όπως συχνά συμβαίνει, τα πράγματα στην πολιτική δεν είναι ούτε εύκολα, ούτε γραμμικά και οι αποφάσεις ποτέ δεν σχετίζονται μονοσήμαντα με τα δεδομένα. Γι' αυτό, ας δούμε αναλυτικότερα τι έχουμε μέχρι τώρα.
1.       Έχουμε λοιπόν εξαγγελία για διεξαγωγή ενός δημοψηφίσματος όπου το ερώτημα που τίθεται είναι παραπλανητικό, ατελές, πρακτικά αδύνατο να απαντηθεί από το μέσο πολίτη σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα.  
2.       Οι συνέπειες της εξαγγελίας δημιουργούν κλίμα το οποίο επ’ ουδενί επιτρέπει την ελεύθερη έκφραση άποψης αλλά είναι προφανές ότι η έλλειψη ρευστότητας, οι ουρές στα καταστήματα τραπεζών, βενζινάδικων, καταστημάτων τροφίμων, οι συνεχείς και ραγδαίες εξελίξεις, δημιουργούν συνθήκες λήψης αποφάσεων υπό πίεση και όχι ελεύθερης έκφρασης της λαϊκής βούλησης.
3.       Εξ αρχής και παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις, ο αυθόρμητος και σχεδόν αυτόματος διαχωρισμός στη βάση της κοινωνίας, θέτει το πραγματικό ερώτημα όπως «μεταφράστηκε» - και καλά έκανε - από τον σοφό λαό: ΝΑΙ ή ΟΧΙ στην ευρωπαϊκή πορεία της και στην συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση;
4.       Τα δεδομένα έχουν ήδη αλλάξει ακόμα και ως προς το ερώτημα από τη στιγμή που το δημοψήφισμα ανακοινώθηκε και θα αλλάξουν ξανά, ίσως περισσότερες από μια φορές, πριν φτάσουμε στην ημέρα της ψηφοφορίας.

Με βάση τα παραπάνω, πως διαμορφώνεται προς ώρα η αρχική θέση της μη νομιμοποίησης μιας ψευδεπίγραφης διαδικασίας;

Η Ευρωπαϊκή Ένωση διάγει μια από τις πιο δύσκολες περιόδους στην σύντομη ιστορία της, η οποία μέχρι σήμερα ήταν ανοδική και γεμάτη επιτυχίες. Πολλοί πιστεύουμε ότι πρέπει το συντομότερο δυνατό να ληφθεί η απόφαση για μετεξέλιξή της σε κάτι πιο συνεκτικό, περισσότερο ενιαίο ως προς την έκφρασή του και τη διακυβέρνησή του, πιο δημοκρατικό, πιο συμμετοχικό, περισσότερο ανοιχτό στους πολίτες και λιγότερο γραφειοκρατικό. Όσοι πιστεύουμε ότι η Ευρώπη είναι η πατρίδα μας, όσοι πιστεύουμε ότι παρά τις όποιες τοπικές ιδιαιτερότητες, οι Ευρωπαίοι έχουμε βαθιές κοινές πολιτιστικές, πολιτικές, κοινωνικές ρίζες και ένα λαμπρό κοινό μέλλον, όσοι νοιώθουμε την Ευρώπη σαν το σπίτι μας και την Ευρωπαϊκή Ένωση ως τον φορέα που θα μας οδηγήσει στο κοινό μας μέλλον, ξέρουμε τις αδυναμίες της και ξέρουμε ότι πρέπει να κάνουμε τα πάντα ώστε να τις διορθώσουμε. Στα πρέπει, προφανώς δεν περιλαμβάνεται η άρνησή ή η δολιοφθορά της κοινής μας πορείας.

Στην διάγνωση αλλά και στην αντιμετώπιση της ελληνικής κρίσης, έγιναν τραγικά σφάλματα από όλες τις πλευρές: από τις αλλεπάλληλες ελληνικές κυβερνήσεις, από τα εν Ελλάδι κόμματα, από τις ηγεσίες των κρατών μελών της ένωσης - και ειδικά αυτών των οποίων το ειδικό βάρος ήταν μεγαλύτερο, από εξωκοινοτικούς θεσμούς οι οποίοι κλήθηκαν να συνδράμουν. Η αυτοπαγίδευση όλων σε πρακτικές ήταν καταστροφικές για το λαό και για τη χώρα η οποία υποθήκευσε το μέλλον της και αυτοφιμώθηκε όντας μια ανάπηρη και αδύναμη χώρα σε μια ένωση αρτιμελών.

Το ελληνικό πρόβλημα ήταν σαφώς διαφορετικό τόσο ποιοτικά όσο και ποσοτικά από αυτά άλλων χωρών της Ένωσης που μπήκαν και βγήκαν επιτυχώς σε διαδικασίες επίλυσης και είναι άδικο να συγκρίνεται ευθέως η πορεία της με την πορεία αυτών.

Η συμφωνία και η λύση η οποία προτείνεται σήμερα στην Ελλάδα προφανώς δεν λύνει κανένα πρόβλημα, αντίθετα προσθέτει καινούργια, παγιώνει υπάρχοντα, φτωχοποιεί έτι περισσότερο μεγάλα τμήματα της κοινωνίας και καθηλώνει τη χώρα σε ύφεση η οποία δεν συμφωνεί με τις πραγματικές δυνατότητες της οικονομίας της. Η συμφωνία απλά δίνει χρόνο στους αργούς κοινοτικούς μηχανισμούς να προσπαθήσουν να διαμορφώσουν κοινές απόψεις επί λύσεων και μεταθέτει τη λήψη δραστικών αποφάσεων σε κάποιο αόριστο μέλλον όπου η συνισταμένη πολιτική συγκυρία και οι συσχετισμοί εντός των κέντρων αποφάσεων θα είναι ευνοϊκότεροι. Η συμφωνία αυτή πρέπει να πολεμηθεί κοινωνικά και πολιτικά σε όλη της Ευρώπη και η πολιτική της αποδόμηση πρέπει να γίνει πρώτη προτεραιότητα όλων μας

Αν λοιπόν έπρεπε να απαντηθεί ένα ερώτημα του τύπου «συμφωνείτε με τις επιλεγμένες από την ΕΕ πολιτικές εξόδου της Ελλάδας από την κρίση»; θα έλεγα αβίαστα ΟΧΙ.

Λογαριάζοντας όμως τις συνέπειες μιας απόφασης, την εσωτερική δυναμική που διαμορφώνεται εναντίον της Ενωμένης Ευρώπης, της μη εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση η οποία θέτει το ερώτημα, αν τελικά συμμετάσχω στην εκλογική της επόμενης Κυριακής και αν φτάσουμε ποτέ σε αυτή, τότε θα ψηφίσω ΝΑΙ, χωρίς το ναι να σημαίνει αποδοχή των πολιτικών που ετοιμάζονται και χωρίς να σημαίνει καταδίκη των κυβερνητικών χειρισμών αλλά απλά ΝΑΙ στην πίστη μιας ιδέας που μπορεί να μας πληγώνει, να λοξοδρομεί, να αργεί, να οπισθοχωρεί αλλά είναι η μόνη ελπίδα μας σε ένα κόσμο που αλλάζει ραγδαία. ΝΑΙ στην συμμετοχή της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ναι στο ευρωπαϊκό ιδεώδες, όπως αυτό περιγράφηκε και υποστηρίχθηκε με πράξεις επί μισό και πλέον αιώνα.  

Αθηναϊκές ιστορίες

Μεσάνυχτα και κάτι, αναζητώντας ATM να καλύψει το όριο ανάληψης της μέρας που μόλις ξεκίνησε. Εκείνος, φανατικός ευρωπαϊστής και μετριοπαθής απέναντι στις εξελίξεις, εκείνη φανατικά υπέρ μιας συμφωνίας αλλά κριτική απέναντι στην Ευρώπη και τους πολιτικούς της.


Μπροστά στις τράπεζες περαστικοί με αυτοκίνητα σταματούν και ανταλλάσουν πληροφορίες, «στην πλατεία πάμε, εδώ τελείωσαν», «μόλις πέρασα από πλατεία, άδεια», «πάμε προς παραλία τότε, κάπου θα βρούμε».
Καφέ, μπαρ, πιτσαρίες, ψησταριές γεμάτα κόσμο, από κάπου ακούγονται κλαρίνα, το «Ηπειρώτικο γλέντι» υποθέτει, και υποθέτει σωστά όταν περνά από την πλατεία όπου δεν μπορεί καν να σταθεί από τα παρκαρισμένα. Μεσήλικες μικροαστές με το μαλλί «στην κομμώτρια», σύζυγοι με ανοιχτό πουκάμισο και λεκέδες από ιδρώτα στη μασχάλη, τσίκνα και κλαρίνο στη διαπασών.
Στο κέντρο, παρκάρει με αλάρμ μπροστά στο υποκατάστημα, ένας φεύγει χαμογελώντας από το μηχάνημα ανάληψης, εκείνη περιμένει τη σειρά της, εκείνος «διαβάζει» τα άλλα δυο ζευγάρια που μόλις κατέφθασαν. Ντυμένοι στην τρίχα, ψηλοτάκουνα, κοντά φορέματα, μαλλί άψογο, έτοιμοι για έξοδο, το ένα ζευγάρι βρίζει τον Τσίπρα, το άλλο τον Σόιμπλε. Γελά κάτω από τα μουστάκια του, σκεφτόμενος ότι όσους η πολιτική χωρίζει, τους ενώνουν τα σκυλάδικα.

Φεύγουν, εκείνος σκέφτεται πόσο δυσκολότερη μπορεί να γίνει η φτώχια του (και μπορεί να γίνει δυσκολότερη) κι εκείνη ότι θα πρέπει να βρει τρόπο να φροντίζει τους γονείς της, αν αναγκαστεί να σταματήσει την κοπέλα που τους φροντίζει (και θα αναγκαστεί).

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2015

Δεν Μπορεί

Andrew Gifford - Urban Landscape
Έχω κρατηθεί σε απόσταση από ευθείες κρίσεις επί του συνόλου της κυβερνητικής πολιτικής, υπακούοντας σε μια προσωπική σύμβαση, να περιμένω το αποτέλεσμα της όποιας διαπραγμάτευσης αναφορικά με το χρέος, τη ρευστότητα, το δανεισμό.
Πέντε μήνες μετά την εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ και τον σχηματισμό κυβέρνησης υπό τον κύριο Τσίπρα, μπορώ νομίζω να βγάλω κάποια συμπεράσματα, χωρίς να αδικήσω κανέναν και χωρίς να κινδυνεύω να πέσω στην παγίδα της εύκολης και στείρας αντιπολίτευσης.
Το πρώτο αβίαστο γενικό συμπέρασμα είναι ότι η παρούσα κυβέρνηση, με αυτή ή άλλη σύνθεση, δεν μπορεί να φτιάξει ένα αποτελεσματικότερο κράτος, περισσότερο ευέλικτο, περισσότερο φιλικό στον πολίτη, πιο ανοιχτό στον τρόπο που αποφασίζει, που δαπανά, που ενσωματώνει τεχνολογίες, καινοτομίες, λύσεις, ιδέες. Δεν μπορεί να το κάνει επειδή ο «προοδευτισμός» της είναι υπέρ το δέον συντηρητικός
Δεν μπορεί να αναγεννήσει το κλινικά νεκρό ασφαλιστικό σύστημα διότι αδυνατεί να ξεπεράσει το σύνδρομο της αναίμακτης, ανέξοδης επανόδου στο παρελθόν και μάλιστα σε εκείνο το σημείο της πρόσβασης στο εύκολο χρήμα.
Δεν μπορεί να βελτιώσει το επιχειρηματικό κλίμα, όσο παραμένει παγιδευμένη στα ιστορικά ταξικά της δίπολα τα οποία χρησιμοποιεί, όχι ως εργαλεία ανάλυσης αλλά ως οδηγίες χρήσης. Όσο αρνείται να διανύσει την απόσταση ανάμεσα στο ιδανικό της ιδεολογίας της και το εφικτό.
Μπορεί όμως να κάνει άλματα στο κοινωνικό πεδίο. Σε ζητήματα ατομικών ελευθεριών, σεβασμού των δικαιωμάτων μειονοτήτων, αλλαγής της νοοτροπίας της αστυνομίας.  
Μπορεί να καλύψει κενά σε ζητήματα διαφθοράς, διακίνησης μαύρου χρήματος, φορολογικής δικαιοσύνης.
Μπορεί να αγγίξει τομείς που μέχρι σήμερα - εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων -  παρέμειναν γκρίζες ζώνες του πολιτικού συστήματος, όπως τα ΜΜΕ και η σχέση τους με τις εξουσίες.

Όλα τα παραπάνω προϋποθέτουν να καταλήξουν κάπου οι διαπραγματεύσεις στα ζητήματα πρώτα του δανεισμού και ύστερα του χρέους. Αν η κατάληξη δεν είναι ομαλή, οποιαδήποτε συζήτηση θα τεθεί εκ νέου και ο πολιτικός λόγος στο σύνολό του θα επαναδιατυπωθεί. 

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2015

Η αμοιβαιότητα του σεβασμού


Η ιδέα που ακούστηκε πρόσφατα από τον αναπληρωτή Υπουργό Περιβάλλοντος, της πρόσκλησης μεμονωμένων εθελοντών ή συλλογικοτήτων, να συνδράμουν τις ολιγάριθμες (γι’ αυτό και αναποτελεσματικές) κρατικές ελεγκτικές δομές, με βρίσκει σύμφωνο επί της αρχής. Εξ άλλου, το έχω κάνει στο παρελθόν, χωρίς να έχω λάβει καμιά πρόσκληση από κανένα υπουργείο.
Σε κάθε ώριμη δημοκρατία, η συνδρομή των πολιτών στο κράτος και η συμπληρωματική τους δράση είναι δεδομένη και τρόπον τινά θεσμοθετημένη. Η συζήτηση για το αν πρέπει ο πολίτης να υποβοηθά ή να πληροφορεί τις αρμόδιες αρχές όταν ο νόμος παραβιάζεται οφθαλμοφανώς έχει λήξει προ πολλών ετών, αν ποτέ άνοιξε. Η τήρηση των νόμων εξάλλου δεν είναι τίποτα λιγότερο από απόδειξη αμοιβαίου σεβασμού μεταξύ των πολιτών και η φροντίδα για την τήρησή τους, επιβεβαίωση και ενίσχυση αυτής της αμοιβαιότητας.  Πολλές εξ άλλου μη κυβερνητικές οργανώσεις αποτελούν συλλογικές δομές που υλοποιούν αυτή ακριβώς την συμπληρωματική και σε εθελοντική βάση, σχέση.
Ως εδώ καλά. Δυστυχώς, υπάρχει «αλλά», δεν είναι μόνο ένα και όλα έχουν να κάνουν με χρόνιες αδυναμίες και παθογένειες του ελληνικού κράτους.
Πρώτο και κορυφαίο, η αμοιβαία έλλειψη εμπιστοσύνης ανάμεσα στις κρατικές δομές και στον πολίτη. Ο πολίτης δεν έχει καμιά εμπιστοσύνη στο κράτος και στους μηχανισμούς του – όχι άδικα – και το κράτος μεταχειρίζεται τον πολίτη ως εν δυνάμει ένοχο.
Δεύτερο, οι νόμοι ούτε ίσχυαν ούτε εφαρμοζόταν με τον ίδιο τρόπο προς όλους. Είτε τυπικά (με χαριστικές διατάξεις) είτε στην ουσία (με «στραβά μάτια») για κάποιους ίσχυαν άλλοι νόμοι και για κάποιους οι νόμοι δεν είχαν καμιά ισχύ.
Τρίτο, πολλές φορές η καταγγελία παρανομίας έφερνε σε δυσχερή θέση τον καταγγέλλοντα ενώ δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που οι καταγγέλλοντες έχουν στιγματιστεί κοινωνικά.
Ακόμα και αν τα παραπάνω ξεπεραστούν με κάποιοι τρόπο, μια σειρά στρεβλώσεις και αγκυλώσεις θα δυσκολέψουν την υλοποίηση παρόμοιων ιδεών. Για παράδειγμα, μια ευρέως διαδεδομένη άποψη ότι η εθελοντική προσφορά πρέπει να αμείβεται. Είμαι πεισμένος ότι μετά από ένα χρονικό διάστημα, θα αρχίσουν να συγκεντρώνονται υπογραφές για την μονιμοποίηση των εθελοντών στην επιθεώρηση περιβάλλοντος.
Τέλος, αυτό που δεν γίνεται από την αρχή κατανοητό (νομίζω ούτε καν από τον υπουργό) είναι ότι οι εθελοντές μπορούν να ανακαλύψουν και υποδείξουν την υποτιθέμενη παρανομία. Την αξιολόγηση όμως, όπως και τον τελικό έλεγχο οφείλουν να κάνουν τα θεσμοθετημένα, εντεταλμένα και με αρμοδιότητες όργανα. Αν τα τελευταία δεν επαρκούν σήμερα, δεν θα επαρκούν και αύριο. Μια συνεργασία τέτοιου είδους με τους πολίτες, μάλλον θα μεγιστοποιήσει τις αδυναμίες του συστήματος και θα οδηγήσει σε βάθεμα της ρήξης ανάμεσα στο κράτος και τον πολίτη. Γιατί ο πολίτης θα καταγγέλλει, το κράτος δεν θα μπορεί να ανταποκριθεί, ο πολίτης θα απογοητεύεται, η εμπιστοσύνη θα κλονίζεται κ.ο.κ.
Η δική μου άποψη παραμένει υπέρ της συνεργασίας που θα σχεδιαστεί προσεκτικά, που θα λάβει υπόψη όλες τις αδυναμίες. Για παράδειγμα, θα μπορούσαν να αξιολογηθούν και πιστοποιηθούν συλλογικότητες οι οποίες έχουν το γνωστικό υπόβαθρο και την πείρα να κάνουν μια κατ’ αρχή αξιολόγηση των καταγγελιών και να επιλέγουν ποιες από αυτές πρέπει να προωθηθούν προς τους Επιθεωρητές και ποιες όχι. Πρέπει επίσης να προβλέπεται και να δημιουργηθεί μια πλατφόρμα δικτύωσης ανάμεσα σε συλλογικότητες ή μεμονωμένους πολίτες, η οποία θα παρέχει πληροφόρηση ή θα υποδεικνύει τρόπο δράσης, ανάλογα με την περίπτωση.
Σε κάθε περίπτωση και εφόσον μπορεί να τεθεί θέμα οικονομικης ενίσχυσης συλλογικοτήτων, θα πρέπει να προβλεφθούν συνθήκες πλήρους διαφάνειας στην οικονομική τους διαχείριση.
Αν η εξαγγελία δεν οργανωθεί σωστά, κινδυνεύει να γίνει μπούμεραγκ.
http://toperivallon.gr/inspection/

Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2014

Εκλογές, κόμματα, με φρου – φρου κι αρώματα

Παραφράζοντας το γνωστό σύνθημα θα μπορούσε να πει κανείς ότι για πολλούς «ο φόβος για την αριστερά είναι δυνατότερος από τη λειτουργία της δημοκρατίας». Δεν είναι καινούργιο αυτό. Θυμάμαι, το μακρινό 1981, παραμονές των εκλογών όπου θριάμβευσε το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου, υπήρχαν άνθρωποι που ήταν βέβαιοι ότι την Δευτέρα το πρωί θα ήταν στημένα πολυβόλα στις πλατείες και άνθρωποι που ήταν έτοιμοι να στήσουν αυτά τα πολυβόλα, στο όνομα του φόβου της επερχόμενης αριστεράς. Αριστερά, τότε, ήταν το ΠΑΣΟΚ.
Ο φόβος αυτός εκδηλώνεται και με τις απίστευτα λαϊκίστικες ως επικίνδυνες κορώνες περί φυγής από τη χώρα και επιδρομής στις τράπεζες. Κορώνες που εκστομίζονται – φευ! – ακόμα και από κυβερνητικά στελέχη. Η κατρακύλα και η απώλεια ψυχραιμίας δεν έχει τέλος.
Φαίνεται ότι η πολυδιαφημισμένη κοινή λογική εξέλειπε ή εκλείπει ακόμα και από αυτούς οι οποίοι την επικαλούνται ως επιχείρημα τεκμηρίωσης πολιτικών απόψεων. Διότι αν στο όνομα του πιθανού πανικού καλλιεργείς τον πανικό, οι δηλώσεις σου γίνονται αυτοεκπληρούμενες προφητείες. Σε βάρος της χώρας σου. Και των πολιτών της που και δεν θέλουν και δεν μπορούν να φύγουν και καταθέσεις στις τράπεζες δεν έχουν.
Ας είναι, πάμε παρακάτω.
Παρά τα όσα υπερβολικά εκστομίστηκαν το τελευταίο τρίμηνο, στην προσπάθεια της συγκυβέρνησης να εκβιάσει επιθυμητές πολιτικές εξελίξεις στο εσωτερικό και εξωτερικό της χώρας, η σχεδόν πλήρης αποτυχία του κυβερνητικού έργου στην πλειοψηφία των τομέων (εκσυγχρονισμός κρατικών δομών, δικαιοσύνη, φορολογικό σύστημα, ταμειακή κατάσταση, ασφαλιστικό σύστημα, ιδιωτικοποιήσεις) την οδήγησαν σε αποτυχία. Οι δανειστές και οι αγορές δεν κατάπιαν το δόλωμα και οι αναλύσεις τους αποκάλυψαν και έδειξαν τη γύμνια του εγχώριου δικέφαλου βασιλιά.  Όχι μόνον αυτό, αλλά δημιούργησαν ένα κλίμα που οδηγεί αναπότρεπτα στην κατάρρευση του ασταθούς ακόμα οικοδομήματος ανάκαμψης, που χτίστηκε με πρωτοφανείς θυσίες των πολιτών και μας φέρνει μπροστά ίσως σε νέα και σίγουρα σε όχι βραχυχρόνια παράταση των υπαρχόντων μέτρων.
Από καιρό τώρα, οι πάντες εκτός Ελλάδας προετοιμάζονται για τη διάδοχη κατάσταση η οποία, άσχετα με την τελική της μορφή, περιλαμβάνει ως πλειοψηφικό κυβερνητικό εταίρο, τον ΣΥΡΙΖΑ. Προετοιμάζονται και προετοιμάζουν. Όλους, του ΣΥΡΙΖΑ συμπεριλαμβανομένου. Άσχετα με το αν οι εκλογές γίνουν τώρα, τον Μάιο του ’15 ή στο τέλος της τετραετίας.
Κατά την άποψή μου, η επίσπευση της εκλογής ΠτΔ παραγγέλθηκε από τις ισχυρές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, καθώς κανένα άλλο σενάριο δεν εξασφάλιζε ικανό πολιτικό χρόνο και την απαιτούμενη πολιτική σταθερότητα για την άμεση έναρξη διαπραγματεύσεων προκειμένου να βρεθεί λύση στο «Ελληνικό Πρόβλημα».
Να ξεκαθαρίσουμε εδώ ότι ο όρος πολιτική σταθερότητα επ’ ουδενί ταυτίζεται με την κυβερνητική μονιμότητα. Κλίμα πολιτικής σταθερότητας μπορεί να δημιουργηθεί με την εκλογή ή την εγκαθίδρυση βιώσιμης κυβερνητικής πλειοψηφίας, άσχετα με το χρώμα ή τον προσανατολισμό αυτής. Ο οποιοσδήποτε συζητητής, επιθυμεί τα συμφωνηθέντα να ισχύσουν για όσο χρόνο σχεδιαστούν  Υπ’ αυτή την έννοια, τους δανειστές δεν τους ενδιαφέρει αν θα συζητήσουν με τον Σαμαρά ή τον Τσίπρα και γι’ αυτό έχουν προετοιμαστεί και για τους δύο. Αυτό που αλλάζει κάθε φορά είναι η πιθανή έκβαση της συζήτησης και όχι η συζήτηση καθ’ εαυτή. Τα υπόλοιπα και όσα κυκλοφορούν στην ημεδαπή είναι για εγχώρια κατανάλωση από τους κομματικούς ακόλουθους.
Η επίσπευση της διαδικασίας εκλογής Προέδρου τώρα, πυροδοτεί μια σειρά αντιδράσεων στην αγορά και στο πολιτικό σκηνικό, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι το χρηματιστήριο θα πέσει και δεν θα μπορέσει να ανακάμψει εύκολα μέχρι το τέλος του έτους, ο βραχυχρόνιος εθνικός δανεισμός θα ακριβύνει και η εμπορική κίνηση θα κινηθεί χαμηλά και μάλλον πτωτικά. Αναμένεται ο εμπορικός κόσμος να δεχτεί τα απόνερα της πολιτικής των Βενιζέλου και Σαμαρά. Το σενάριο αυτό ενδέχεται να αλλάξει προσωρινά σε περίπτωση που διαφανεί ότι η παρούσα βουλή μπορεί να εκλέξει πρόεδρο. Σε βάθος διμήνου όμως, τα προβλήματα θα επανέλθουν εντονότερα και το πολιτικό κλίμα θα φορτιστεί επικίνδυνα όταν θα ξεκινήσει η συζήτηση για την επόμενη της παράτασης μέρα. Η ένταση θα κορυφωθεί την περίοδο που θα φτάνουν για ψήφιση στη βουλή τα μέτρα που θα συνοδεύσουν την Γραμμή Πιστωτικής Στήριξης.
Για να κάνουμε έναν αναχρονισμό πριν επιστρέψουμε στο παρόν, οι βουλευτές και τα κόμματα ή οι κινήσεις που θα έχουν στηρίξει την εκλογή προέδρου, θα βρεθούν τότε σε πολύ δύσκολη θέση, καθώς θα πρέπει να δικαιολογήσουν τα καινούργια μέτρα. Να θυμούνται μόνο ότι καλώς ή κακώς, ο κόσμος έχει κουρασθεί από την συνεχή χρήση των επιθέτων «αναγκαία» και «τελευταία» και επίσης έχει πάψει να συγχωρεί. Κάθε φορά που θα επαναχρησιμοποιούνται, θα λειτουργούν σαν λιπαντικά στην διολίσθηση μεγαλύτερων τμημάτων πληθυσμού σε ακραίες πολιτικές επιλογές.
Επιστρέφοντας στο σήμερα, μια μέρα μετά την πυροδότηση των εξελίξεων, και εφόσον οδηγηθούμε σε εκλογές στο πρώτο δεκαήμερο Φεβρουαρίου, το πολιτικό σκηνικό διαμορφώνεται – κατά την εκτίμησή μου – ως ακολούθως:
Η Νέα Δημοκρατία προβλέπεται να επιτύχει υψηλότατα ποσοστά εκλογικής συσπείρωσης και να απορροφήσει πρόσωπα, ομάδες και κόμματα τα οποία κινούνται είτε δεξιά της είτε αριστερά της. Ο φόβος της αριστεράς, για τον οποίο έγραφα στην εισαγωγή, λειτουργεί και θα λειτουργήσει ακόμα πιο έντονα ως μηχανισμός συνοχής. Η προοπτική νίκης του ΣΥΡΙΖΑ και της θρυλούμενης καταστροφής που θα ακολουθήσει αυτή τη νίκη, θα οδηγήσει στην αγκαλιά του Σαμαρά, σημαντικό μέρος των από καιρό συντηρητικοποιημένων ψηφοφόρων του πάλαι πότε πανίσχυρου ΠΑΣΟΚ.
Το ΠΑΣΟΚ (ή όπως αλλιώς θα λέγεται την ώρα της προσφυγής στις κάλπες) θα στριμωχτεί τόσο από δεξιά όσο και από αριστερά αλλά και από όμορα πολιτικά κόμματα και θα δυσκολευτεί πολύ να συγκρατήσει τα εκλογικά του ποσοστά κοντά ή στο ύψος των ποσοστών που έλαβε στις τελευταίες ευρωεκλογές. Ο κυβερνητικός του εταίρος, είναι νομίζω σαφές ότι δεν θα το λυπηθεί και θα προσπαθήσει να το στραγγίξει με οποιονδήποτε τρόπο, τώρα που έχει απενοχοποιηθεί στα μάτια και στο μυαλό των ψηφοφόρων του.
Ο ΣΥΡΙΖΑ πολύ δύσκολα θα χάσει την πρωτιά αλλά αν δεν καταφέρει να καθησυχάσει μερίδα των μετριοπαθών ψηφοφόρων, δύσκολα θα επιτύχει να πλησιάσει έστω την αυτοδυναμία και να εξασφαλίσει συμμαχίες για τον σχηματισμό κυβέρνησης.
Οι ΑνΕξΕλ θα δουν τα ποσοστά τους να εξανεμίζονται και θα κινηθούν στο επίπεδο του μπαίνω-δεν μπαίνω στη βουλή.
Η χρυσή αβγή και το ΚΚΕ (κανένας συμβολισμός δεν κρύβεται πίσω από την κοινή αναφορά) θα κινηθούν στα ίδια περίπου ποσοστά, εκεί γύρω στο 5 με 6 στα εκατό.
Το Ποτάμι θα παραμείνει ο άγνωστος Χ και πολλά θα εξαρτηθούν από την πυκνότητα και την ποιότητα των ψηφοδελτίων που θα κατεβάσει, με τα πιθανά ποσοστά του να κυμαίνονται από το 5 ως το 10 (κατά μέγιστο, λόγω έντονα πολωμένου κλίματος).
Τα υπόλοιπα κόμματα, όσα σωθούν από τη μαύρη τρύπα του δικομματισμού και της πόλωσης, θα κινηθούν στο όριο του στατιστικού λάθους, και κάτω από αυτό.

Το ερώτημα που απομένει να απαντηθεί μετά από αυτά τα αποτελέσματα ή μετά ακόμα και από μια δεύτερη εκλογική διαδικασία, σχηματίζεται κυβέρνηση; Δεν είναι εύκολος ο σχηματισμός ούτε η εύρεση κυβερνητικής πλειοψηφίας. Είναι όμως σίγουρο ότι θα δρομολογηθούν τέτοιες διαδικασίες και θα ανοίξουν τέτοιες συζητήσεις που θα οδηγήσουν σε κατάρρευση «βεβαιοτήτων» και, τελικά, σε κυβέρνηση. Η Ευρώπη θα την περιμένει να ξεκινήσουν συζητήσεις. Ελπίζω αυτή τη φορά να οδηγήσουν σε πράξεις και κυβερνητικό έργο που θα εξασφαλίσει προϋποθέσεις ενός καλύτερου αύριο για την χώρα και για εμάς, τους πολίτες.