Τρίτη, 30 Ιουνίου 2015

...μπερδέματος


Λυπάμαι πραγματικά από την αδυναμία ψύχραιμης ανάλυσης της πραγματικότητας και με επιχειρήματα τοποθέτησης απέναντι στα γεγονότα και τις εξελίξεις που παρατηρώ παντού γύρω μου.
Συναισθηματικά ανώριμοι και λογικά έφηβοι θεωρούν το ΟΧΙ σαν μια ευθεία προβολή του «μολών λαβέ» των Σπαρτιατών και φαντάζονται εαυτούς με σανδάλι και κοντό χιτώνιο. Τρομοκρατημένοι μικροαστοί που μεγάλωσαν με κατοχικά σύνδρομα, νομίζουν ότι θα τους λείψει το μακαρόνι και αγοράζουν με τη ντουζίνα τα πάκα και κραυγάζουν ΝΑΙ. Παραπλανημένοι παλαιοκομμουνιστές θεωρούν ότι το ΟΧΙ είναι μαχαιριά στα στήθη του θηρίου που ακούει στο όνομα καπιταλισμός και το ΝΑΙ η Πέμπτη φάλαγγα της σκοτεινής «Νέας Τάξης Πραγμάτων». Φοβικοί παλαιοδεξιοί που νομίζουν ότι το ΟΧΙ θα μας ρίξει στην αγκαλιά του Πουτιν που απεργάζεται σχέδια αφανισμού της δύσης και το ΝΑΙ θα αντικαταστήσει αυτόματα τον Μακρυγιάννη με τον Κάντ ξέρωγω και οι πάντες, ΟΙ ΠΑΝΤΕΣ να θεωρούν τους απέναντι τουλάχιστον λιγότερο έξυπνους και κατά περίπτωση ψεκασμένους, προδότες, αλήτες, δραχμολάγνους, ευρωλιγούρηδες, οπωσδήποτε διεφθαρμένους και πουλημένους.
Η ευκολία με την οποία τουμπάρουν τις θέσεις και τα επιχειρήματά τους ώστε να καλύπτουν και να καλύπτονται από την επικαιρότητα - που όχι λίγες φορές τους φτύνει - είναι παροιμιώδης και κάνει τους ψύχραιμους να κλαίνε από τα γέλια. Το «με λένε Ρίζο κι όπως θέλω τα γυρίζω» ταιριάζει σαν καθρέφτης σε όλους. Έτσι, όταν ο Τσίπρας φέρεται να υπογράφει, είναι απατεώνας και ψεύτης που εξαπάτησε το λαό και όταν δεν υπογράφει, αληταράς, αγράμματος καταληψίας που μας ρίχνει στα βράχια ή από την άλλη πλευρά, όταν δεν υπογράφει είναι πιστός στις αρχές του αριστερός – επαναστάτης – ριζοσπάστης και όταν υπογράφει, εχέφρων, συνετός, σύγχρονος Ευρωπαίος ηγέτης. Σε κάθε περίπτωση, η φιλολογία του άσπρου – μαύρου κυριαρχεί και η μανιχαϊκή θεώρηση της πραγματικότητας είναι το μοναδικό εργαλείο ανάλυσης.
Να ξέρετε οι περισσότεροι ότι εδώ θα είμαστε και αύριο και ότι οι «συμμαχίες» θα αλλάξουν, οι σημαίες ευκαιρίας θα υποσταλούν, νέες θα ανεμίσουν σε νέους ή στους ίδιους ιστούς, η γη θα γυρίζει, κι οι Ρίζοι μαζί της. Γι’ αυτό, λιγότερες κραυγές φίλοι και λιγότερο φίλοι. Λιγότερες κραυγές και περισσότερα επιχειρήματα.
...κι η φάση είναι ότι αν το κρίσιμο ή το επίκαιρο ερώτημα αλλάξει ξαφνικά, αν αφαιρεθεί από το πλέγμα των σχέσεων η εξουσία και η νομή της, τότε οι συμμαχίες αλλάζουν αυτόματα, η "τράπουλα" ξαναμοιράζεται, και ο χορός συνεχίζεται με καινούργιο παρτενέρ.
Έτσι, αν πηγαίναμε σε δημοψήφισμα για το σύμφωνο συμβίωσης - όπως Ιρλανδία - κάποιοι από τους τωρινούς σας συμμάχους θα ήταν αντίπαλοι αλλά όχι εχθροί, όχι προδότες. Αν πηγαίναμε σε δημοψήφισμα για την ιθαγένεια ή τους μετανάστες στη σημερινή "πλατεία" θα γινόταν επεισόδια. Το ίδιο και στη χθεσινή.
Γκέγκε?

Λόγος περί χρεοκοπίας

Δεύτερη μέρα με τις τράπεζες κλειστές, capital controls, με τις συνομιλίες ανάμεσα στην Ελλάδα και τους δανειστές να έχουν καταρρεύσει, το κλίμα να είναι άκρως αρνητικό και το μέλλον να μοιάζει αδύνατο να αποφευχθεί.
Η πολυαναμενόμενη αντίδραση των αγορών, η οποία θα οδηγούσε τον παγκόσμιο καπιταλισμό σε ήττα δεν ήρθε, τουλάχιστον χθες και σήμερα και μάλλον ούτε αύριο θα κάνει την εμφάνισή της. Οι μεγάλοι χρηματιστηριακοί  δείκτες κινήθηκαν χθες πτωτικά σχεδόν σε όλο τον κόσμο, με την Ευρώπη να αντιμετωπίζει τα υψηλότερα αρνητικά (πάνω από 3,5% ο DAX και ο CAC) και την Αμερική να επηρεάζεται λιγότερο. Το ευρώ έκανε την έκπληξη με το τέλος να το βρίσκει ενισχυμένο έναντι του δολαρίου, πράγμα που οδήγησε σήμερα την Ασία να ανοίξει θετικά και να κινείται συνεχώς «πράσινα» ενώ η Ευρώπη κινείται μεν αρνητικά αλλά γύρω στο -1%.
Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι ένα ακόμη θεωρητικό διαπραγματευτικό χαρτί «κάηκε» απότομα  και πλέον βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την επόμενη ψυχρολουσία που είναι α) η αδυναμία πληρωμής των οφειλών μας προς το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και β) το τέλος των μηχανισμών στήριξης του ελληνικού τραπεζικού συστήματος. Τα δύο αυτά γεγονότα σημαίνουν ότι με τα σημερινά δεδομένα είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν θα ανοίξουν οι τράπεζες την ερχόμενη Τρίτη και στην καλύτερη περίπτωση, είναι αμφίβολο αν θα ανοίξουν όλες. Επιπλέον, η Ελλάδα θα βρίσκεται σε καθεστώς ουσιαστικής πτώχευσης και στάσης πληρωμών σε περιβάλλον σκληρού νομίσματος και με αδυναμία νομισματικών χειρισμών.
Με αυτές τις προοπτικές, η διεξαγωγή ενός δημοψηφίσματος μοιάζει με πολυτέλεια αν δεν είναι πράξη παράνοιας, για τον απλούστατο λόγο ότι, ασχέτως με το αποτέλεσμα, η πορεία, οι εναλλακτικές, οι δυνατότητες χειρισμών θα είναι εξαιρετικά περιορισμένες και καμιά σχέση θα έχουν με τις συνθήκες που περιγράφονται στο ερώτημα των ψηφοδελτίων. Να θυμίσω εδώ ότι ένα δημοψήφισμα δεν γίνεται για να διαδηλώσει μια πλειοψηφία ή μια μειοψηφία την άποψή της αλλά για τη λήψη αποφάσεων. Όποιος «κονταίνει» το νόημα και την ουσία του δημοψηφίσματος θα απολογηθεί στο εδώλιο της ιστορίας και θα έχει να δώσει λόγο για πολλά εκείνη την ώρα.
Θα πει κανείς «δηλαδή, τι μπορούσαμε να κάνουμε;». Πολλά, είναι η απάντηση, και από καιρό τώρα αλλά σταθήκαμε ολίγιστοι μπροστά στην Ιστορία και στην Κρισιμότητα των Στιγμών και αυτό δεν μπορέσαμε ποτέ να το ξεπεράσουμε. Προτάξαμε τις ιδεοληψίες μας και τις εμμονές μας έναντι του κοινού συμφέροντος που επέβαλε απλά την γρήγορη έξοδο από την κρίση. Προτιμήσαμε την προστασία της παράταξης και του μικροσυμφέροντος και αρνηθήκαμε να σηκώσουμε το κεφάλι πάνω από το εφήμερο.
Ακόμα και σήμερα, ακούω από τους τωρινούς διαχειριστές της εξουσίας να λένε ότι θα υποφέρουμε ένα – δυο – τρία χρόνια αλλά θα βγούμε από την όποια κρίση, περήφανοι. Κύριοι, η κρίση δεν είναι μόνο νούμερα αλλά πίσω από αυτά υπάρχουν άνθρωποι, το θυμάστε αυτό ή τώρα δεν σας αφορά ή δεν σας εκφράζει; Κύριοι, τα τωρινά νούμερα θα είναι περισσότερο κόκκινα από ποτέ και το κόκκινο δεν θα έχει να κάνει με το πρόσημό τους, όχι μόνο. Θα έχει να κάνει με τις καταστροφές που θα πλήξουν πάλι τους αδύναμους, τους μη έχοντες, τους κινούμενους στο περιθώριο της κοινωνίας, της παραγωγής, της κοινωνίας, ένα περιθώριο που θα μεγαλώνει και θα διογκώνεται κάθε μέρα. Ένα περιθώριο, τον πόνο του οποίου ούτε το κράτος θα μπορέσει να απαλύνει – γιατί θα έχει πρακτική αδυναμία να το κάνει – ούτε η κοινωνία θα είναι σε θέση να εκφράσει την αλληλεγγύη της, γιατί (θυμάστε;) την μάθατε να μπερδεύει την αλληλεγγύη με την ελεημοσύνη.
Όλα τα παραπάνω, θα είναι παιδική εκδρομή μπροστά στην πιθανότητα εκτροπών που κανείς (ΚΑΝΕΙΣ) δεν κάνει κάτι να αποφύγει. Κανείς δεν κάνει κάτι να θωρακίσει το αύριο από ακραίες συμπεριφορές. Παντού και εκατέρωθεν όλοι λεκιάζουν το φόρεμα της δημοκρατίας και της ομαλότητας με κραυγές για προδοσίες, για ειδικά δικαστήρια, για ελικόπτερα, για κρεμάλες. Εδώ και πέντε χρόνια τα ίδια. Κι αν οι ευθύνες του συρφετού που προπηλάκιζε συστηματικά πολίτες και πολιτικούς από ετών είναι δεδομένες, δεν θα παραγνωριστούν ποτέ και οι ευθύνες όσων ήταν στα θύματα τότε και τώρα κραυγάζουν για Γουδί, καταστροφές και δικαστήρια.

Δεν είμαι αισιόδοξος, καθόλου. Οι θεοί της Ελλάδας και του καθενός μας να βάλουν το χέρι τους. 

Κυριακή, 28 Ιουνίου 2015

Δημοψήφισμα, μια πρώτη προσέγγιση


Επειδή, δημοψήφισμα σημαίνει ότι
·         αποφασίζω ανάμεσα σε δυο διακριτές και καθαρές θέσεις - ως προς το περιεχόμενο και ως προς τις συνέπειες αποδοχής ή απόρριψης τους
·         έχω ικανό χρόνο να αποφασίσω
·         έχω ανεξάρτητους ειδικούς, διαθέσιμους να μου εξηγήσουν τα πάντα και να λύσουν τυχόν απορίες μου, τόσο εγώ όσο και κάθε Έλληνας πολίτης ανά την επικράτεια (τουλάχιστον στα δημόσια Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης)
και επειδή όλα τα παραπάνω, μέχρι στιγμής φαίνεται να μην μπορεί να μου τα εξασφαλίσει κανείς, για το λόγο αυτό, η συμμετοχή μου στην εκλογική διαδικασία θα εξυπηρετήσει άλλα πολιτικά συμφέροντα, άσχετα με το τι εγώ θα επιλέξω να ψηφίσω. Η πρώτη μου λογική αντίδραση λοιπόν θα ήταν «δεν νομιμοποιώ με την ψήφο μου μια διαδικασία η οποία προσβάλει εμένα σαν πολίτη, προσβάλει τη νοημοσύνη μου, προσβάλει τη δημοκρατία και καταρρακώνει την έννοια και την ουσία του δημοψηφίσματος».
Όμως, όπως συχνά συμβαίνει, τα πράγματα στην πολιτική δεν είναι ούτε εύκολα, ούτε γραμμικά και οι αποφάσεις ποτέ δεν σχετίζονται μονοσήμαντα με τα δεδομένα. Γι' αυτό, ας δούμε αναλυτικότερα τι έχουμε μέχρι τώρα.
1.       Έχουμε λοιπόν εξαγγελία για διεξαγωγή ενός δημοψηφίσματος όπου το ερώτημα που τίθεται είναι παραπλανητικό, ατελές, πρακτικά αδύνατο να απαντηθεί από το μέσο πολίτη σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα.  
2.       Οι συνέπειες της εξαγγελίας δημιουργούν κλίμα το οποίο επ’ ουδενί επιτρέπει την ελεύθερη έκφραση άποψης αλλά είναι προφανές ότι η έλλειψη ρευστότητας, οι ουρές στα καταστήματα τραπεζών, βενζινάδικων, καταστημάτων τροφίμων, οι συνεχείς και ραγδαίες εξελίξεις, δημιουργούν συνθήκες λήψης αποφάσεων υπό πίεση και όχι ελεύθερης έκφρασης της λαϊκής βούλησης.
3.       Εξ αρχής και παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις, ο αυθόρμητος και σχεδόν αυτόματος διαχωρισμός στη βάση της κοινωνίας, θέτει το πραγματικό ερώτημα όπως «μεταφράστηκε» - και καλά έκανε - από τον σοφό λαό: ΝΑΙ ή ΟΧΙ στην ευρωπαϊκή πορεία της και στην συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση;
4.       Τα δεδομένα έχουν ήδη αλλάξει ακόμα και ως προς το ερώτημα από τη στιγμή που το δημοψήφισμα ανακοινώθηκε και θα αλλάξουν ξανά, ίσως περισσότερες από μια φορές, πριν φτάσουμε στην ημέρα της ψηφοφορίας.

Με βάση τα παραπάνω, πως διαμορφώνεται προς ώρα η αρχική θέση της μη νομιμοποίησης μιας ψευδεπίγραφης διαδικασίας;

Η Ευρωπαϊκή Ένωση διάγει μια από τις πιο δύσκολες περιόδους στην σύντομη ιστορία της, η οποία μέχρι σήμερα ήταν ανοδική και γεμάτη επιτυχίες. Πολλοί πιστεύουμε ότι πρέπει το συντομότερο δυνατό να ληφθεί η απόφαση για μετεξέλιξή της σε κάτι πιο συνεκτικό, περισσότερο ενιαίο ως προς την έκφρασή του και τη διακυβέρνησή του, πιο δημοκρατικό, πιο συμμετοχικό, περισσότερο ανοιχτό στους πολίτες και λιγότερο γραφειοκρατικό. Όσοι πιστεύουμε ότι η Ευρώπη είναι η πατρίδα μας, όσοι πιστεύουμε ότι παρά τις όποιες τοπικές ιδιαιτερότητες, οι Ευρωπαίοι έχουμε βαθιές κοινές πολιτιστικές, πολιτικές, κοινωνικές ρίζες και ένα λαμπρό κοινό μέλλον, όσοι νοιώθουμε την Ευρώπη σαν το σπίτι μας και την Ευρωπαϊκή Ένωση ως τον φορέα που θα μας οδηγήσει στο κοινό μας μέλλον, ξέρουμε τις αδυναμίες της και ξέρουμε ότι πρέπει να κάνουμε τα πάντα ώστε να τις διορθώσουμε. Στα πρέπει, προφανώς δεν περιλαμβάνεται η άρνησή ή η δολιοφθορά της κοινής μας πορείας.

Στην διάγνωση αλλά και στην αντιμετώπιση της ελληνικής κρίσης, έγιναν τραγικά σφάλματα από όλες τις πλευρές: από τις αλλεπάλληλες ελληνικές κυβερνήσεις, από τα εν Ελλάδι κόμματα, από τις ηγεσίες των κρατών μελών της ένωσης - και ειδικά αυτών των οποίων το ειδικό βάρος ήταν μεγαλύτερο, από εξωκοινοτικούς θεσμούς οι οποίοι κλήθηκαν να συνδράμουν. Η αυτοπαγίδευση όλων σε πρακτικές ήταν καταστροφικές για το λαό και για τη χώρα η οποία υποθήκευσε το μέλλον της και αυτοφιμώθηκε όντας μια ανάπηρη και αδύναμη χώρα σε μια ένωση αρτιμελών.

Το ελληνικό πρόβλημα ήταν σαφώς διαφορετικό τόσο ποιοτικά όσο και ποσοτικά από αυτά άλλων χωρών της Ένωσης που μπήκαν και βγήκαν επιτυχώς σε διαδικασίες επίλυσης και είναι άδικο να συγκρίνεται ευθέως η πορεία της με την πορεία αυτών.

Η συμφωνία και η λύση η οποία προτείνεται σήμερα στην Ελλάδα προφανώς δεν λύνει κανένα πρόβλημα, αντίθετα προσθέτει καινούργια, παγιώνει υπάρχοντα, φτωχοποιεί έτι περισσότερο μεγάλα τμήματα της κοινωνίας και καθηλώνει τη χώρα σε ύφεση η οποία δεν συμφωνεί με τις πραγματικές δυνατότητες της οικονομίας της. Η συμφωνία απλά δίνει χρόνο στους αργούς κοινοτικούς μηχανισμούς να προσπαθήσουν να διαμορφώσουν κοινές απόψεις επί λύσεων και μεταθέτει τη λήψη δραστικών αποφάσεων σε κάποιο αόριστο μέλλον όπου η συνισταμένη πολιτική συγκυρία και οι συσχετισμοί εντός των κέντρων αποφάσεων θα είναι ευνοϊκότεροι. Η συμφωνία αυτή πρέπει να πολεμηθεί κοινωνικά και πολιτικά σε όλη της Ευρώπη και η πολιτική της αποδόμηση πρέπει να γίνει πρώτη προτεραιότητα όλων μας

Αν λοιπόν έπρεπε να απαντηθεί ένα ερώτημα του τύπου «συμφωνείτε με τις επιλεγμένες από την ΕΕ πολιτικές εξόδου της Ελλάδας από την κρίση»; θα έλεγα αβίαστα ΟΧΙ.

Λογαριάζοντας όμως τις συνέπειες μιας απόφασης, την εσωτερική δυναμική που διαμορφώνεται εναντίον της Ενωμένης Ευρώπης, της μη εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση η οποία θέτει το ερώτημα, αν τελικά συμμετάσχω στην εκλογική της επόμενης Κυριακής και αν φτάσουμε ποτέ σε αυτή, τότε θα ψηφίσω ΝΑΙ, χωρίς το ναι να σημαίνει αποδοχή των πολιτικών που ετοιμάζονται και χωρίς να σημαίνει καταδίκη των κυβερνητικών χειρισμών αλλά απλά ΝΑΙ στην πίστη μιας ιδέας που μπορεί να μας πληγώνει, να λοξοδρομεί, να αργεί, να οπισθοχωρεί αλλά είναι η μόνη ελπίδα μας σε ένα κόσμο που αλλάζει ραγδαία. ΝΑΙ στην συμμετοχή της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ναι στο ευρωπαϊκό ιδεώδες, όπως αυτό περιγράφηκε και υποστηρίχθηκε με πράξεις επί μισό και πλέον αιώνα.  

Αθηναϊκές ιστορίες

Μεσάνυχτα και κάτι, αναζητώντας ATM να καλύψει το όριο ανάληψης της μέρας που μόλις ξεκίνησε. Εκείνος, φανατικός ευρωπαϊστής και μετριοπαθής απέναντι στις εξελίξεις, εκείνη φανατικά υπέρ μιας συμφωνίας αλλά κριτική απέναντι στην Ευρώπη και τους πολιτικούς της.


Μπροστά στις τράπεζες περαστικοί με αυτοκίνητα σταματούν και ανταλλάσουν πληροφορίες, «στην πλατεία πάμε, εδώ τελείωσαν», «μόλις πέρασα από πλατεία, άδεια», «πάμε προς παραλία τότε, κάπου θα βρούμε».
Καφέ, μπαρ, πιτσαρίες, ψησταριές γεμάτα κόσμο, από κάπου ακούγονται κλαρίνα, το «Ηπειρώτικο γλέντι» υποθέτει, και υποθέτει σωστά όταν περνά από την πλατεία όπου δεν μπορεί καν να σταθεί από τα παρκαρισμένα. Μεσήλικες μικροαστές με το μαλλί «στην κομμώτρια», σύζυγοι με ανοιχτό πουκάμισο και λεκέδες από ιδρώτα στη μασχάλη, τσίκνα και κλαρίνο στη διαπασών.
Στο κέντρο, παρκάρει με αλάρμ μπροστά στο υποκατάστημα, ένας φεύγει χαμογελώντας από το μηχάνημα ανάληψης, εκείνη περιμένει τη σειρά της, εκείνος «διαβάζει» τα άλλα δυο ζευγάρια που μόλις κατέφθασαν. Ντυμένοι στην τρίχα, ψηλοτάκουνα, κοντά φορέματα, μαλλί άψογο, έτοιμοι για έξοδο, το ένα ζευγάρι βρίζει τον Τσίπρα, το άλλο τον Σόιμπλε. Γελά κάτω από τα μουστάκια του, σκεφτόμενος ότι όσους η πολιτική χωρίζει, τους ενώνουν τα σκυλάδικα.

Φεύγουν, εκείνος σκέφτεται πόσο δυσκολότερη μπορεί να γίνει η φτώχια του (και μπορεί να γίνει δυσκολότερη) κι εκείνη ότι θα πρέπει να βρει τρόπο να φροντίζει τους γονείς της, αν αναγκαστεί να σταματήσει την κοπέλα που τους φροντίζει (και θα αναγκαστεί).

Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2015

Δεν Μπορεί

Andrew Gifford - Urban Landscape
Έχω κρατηθεί σε απόσταση από ευθείες κρίσεις επί του συνόλου της κυβερνητικής πολιτικής, υπακούοντας σε μια προσωπική σύμβαση, να περιμένω το αποτέλεσμα της όποιας διαπραγμάτευσης αναφορικά με το χρέος, τη ρευστότητα, το δανεισμό.
Πέντε μήνες μετά την εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ και τον σχηματισμό κυβέρνησης υπό τον κύριο Τσίπρα, μπορώ νομίζω να βγάλω κάποια συμπεράσματα, χωρίς να αδικήσω κανέναν και χωρίς να κινδυνεύω να πέσω στην παγίδα της εύκολης και στείρας αντιπολίτευσης.
Το πρώτο αβίαστο γενικό συμπέρασμα είναι ότι η παρούσα κυβέρνηση, με αυτή ή άλλη σύνθεση, δεν μπορεί να φτιάξει ένα αποτελεσματικότερο κράτος, περισσότερο ευέλικτο, περισσότερο φιλικό στον πολίτη, πιο ανοιχτό στον τρόπο που αποφασίζει, που δαπανά, που ενσωματώνει τεχνολογίες, καινοτομίες, λύσεις, ιδέες. Δεν μπορεί να το κάνει επειδή ο «προοδευτισμός» της είναι υπέρ το δέον συντηρητικός
Δεν μπορεί να αναγεννήσει το κλινικά νεκρό ασφαλιστικό σύστημα διότι αδυνατεί να ξεπεράσει το σύνδρομο της αναίμακτης, ανέξοδης επανόδου στο παρελθόν και μάλιστα σε εκείνο το σημείο της πρόσβασης στο εύκολο χρήμα.
Δεν μπορεί να βελτιώσει το επιχειρηματικό κλίμα, όσο παραμένει παγιδευμένη στα ιστορικά ταξικά της δίπολα τα οποία χρησιμοποιεί, όχι ως εργαλεία ανάλυσης αλλά ως οδηγίες χρήσης. Όσο αρνείται να διανύσει την απόσταση ανάμεσα στο ιδανικό της ιδεολογίας της και το εφικτό.
Μπορεί όμως να κάνει άλματα στο κοινωνικό πεδίο. Σε ζητήματα ατομικών ελευθεριών, σεβασμού των δικαιωμάτων μειονοτήτων, αλλαγής της νοοτροπίας της αστυνομίας.  
Μπορεί να καλύψει κενά σε ζητήματα διαφθοράς, διακίνησης μαύρου χρήματος, φορολογικής δικαιοσύνης.
Μπορεί να αγγίξει τομείς που μέχρι σήμερα - εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων -  παρέμειναν γκρίζες ζώνες του πολιτικού συστήματος, όπως τα ΜΜΕ και η σχέση τους με τις εξουσίες.

Όλα τα παραπάνω προϋποθέτουν να καταλήξουν κάπου οι διαπραγματεύσεις στα ζητήματα πρώτα του δανεισμού και ύστερα του χρέους. Αν η κατάληξη δεν είναι ομαλή, οποιαδήποτε συζήτηση θα τεθεί εκ νέου και ο πολιτικός λόγος στο σύνολό του θα επαναδιατυπωθεί.