Πέμπτη, 2 Ιανουαρίου 2014

Η Ελλάς εισπράτουσα


 Τις ημέρες των Χριστουγέννων βρέθηκα για λίγες μέρες εκτός Αθηνών, σε ένα από τα πολλά μικρά χωριά της ελληνικής υπαίθρου. Από εκείνα που αποτελούν αποθήκες συνταξιούχων και χώρους εργασίας ελάχιστων πολιτών της παραγωγικής ηλικίας. Από εκείνα που οι οικογένειες τα εγκαταλείπουν, προτιμώντας το κοντινό αστικό κέντρο με τα φροντιστήρια, τα σχολεία και τα απαραίτητα σχετικά για την εκπαίδευση των παιδιών.
Τα παραπάνω χωριά, με τις εκατό – εκατοπενήντα ψυχές και μέσο όρο ηλικίας πάνω από 50, συντηρούν συνήθως και ένα καφενείο – καφεπαντοπωλείο. Τις ημέρες των μεγάλων εορτών (Πάσχα – Χριστούγεννα) που ο πληθυσμός μπορεί και να τριπλασιαστεί ή να πολλαπλασιαστεί, το καφενείο μετατρέπεται σε ψησταριά, τόπο συνάθροισης, χοροστάσιο, μικρή βουλή. Γίνεται η καρδιά του χωριού. Τις λίγες αυτές ημέρες, αλλοδαποί που ζουν στο χωριό ή ντόπιοι υποαπασχολούμενοι, αναλαμβάνουν με το αζημίωτο χρέη σερβιτόρου, ψήστη και κάποιος πιτσιρικάς με μηχανάκι μπορεί να πάει και 5 σουβλάκια στο απομακρυσμένο σπίτι ή στον ηλικιωμένο που δεν μπορεί να μετακινηθεί. Όλο αυτό για πέντε μέρες Πάσχα – Χριστούγεννα ή για καμιά εικοσαριά μέρες το καλοκαίρι.
Χριστούγεννα διάλεξε το ελληνικό κράτος να ελέγξει τη νομιμότητα σε ένα υποθετικό τέτοιο χωριό. Την ήλεγξε και επέβαλε πρόστιμα συνολικού ύψους μερικών δεκάδων χιλιάδων ευρώ για μια σωρεία παραβάσεων. Όπως αυτή της ανασφάλιστης εργασίας, της μη σύννομης λειτουργίας λόγω έλλειψης άδειας ψησταριάς και άλλων. Στο χωριό των εκατό – εκατοπενήντα ψυχών. Σε μια ρημαγμένη οικονομικά ύπαιθρο. Δεν έκανε τους ελέγχους τον Σεπτέμβρη. Όχι. Τους έκανε όταν ήξερε ότι θα βρει παραβάσεις επειδή ο στόχος δεν είναι η βελτίωση της κατάστασης ή η πάταξη της παρανομίας αλλά η είσπραξη. Δια της εξόντωσης.
Θα πει κανείς ότι αυτός είναι ο νόμος. Δεν αντιλέγω. Αυτό που λέω είναι ότι ή πρέπει να αλλάξει ο νόμος ή πρέπει να ελέγχεται διαφορετικά η εφαρμογή του. Γιατί και αυτό έχει τη σημασία του, ο τρόπος δηλαδή της αστυνόμευσης.
Η περίοδος που διανύουμε μας αναγκάζει να προσαρμοστούμε. Καλούμαστε να υποστούμε θυσίες, να επωμιστούμε δυσβάσταχτο κόστος, να γκρεμίσουμε ζωές στρωμένες, να αναθεωρήσουμε όνειρα. Αν σε αυτό δεν έχουμε συμπαραστάτη αλλά εχθρό την πολιτεία με ποια διάθεση να συναινέσουμε; Με τι ηθικό να συστρατευθούμε;

Το έχω ξαναγράψει, η οργανωμένη πολιτεία οφείλει να προσαρμόζει τις ρυθμίσεις ταχύτερα από την πορεία απορρύθμισης της κοινωνίας. Διαφορετικά, κανείς και τίποτα δεν θα σταματήσει τον νομικό, ηθικό, πολιτικό εκτροχιασμό και τότε δεν υπάρχουν αποφάσεις ικανές να διορθώσουν τη ζημιά.