Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2013

Οι Μπρανκαλεόνε θα σώσουν την πατρίδα;


Έχουν περάσει περισσότερα από 4 χρόνια από τότε που κάποιοι πολιτικοί έκρουσαν για πρώτη φορά τον κώδωνα του κινδύνου της κατάρρευσης της οικονομίας και 3 από τότε που η υποψία άρχισε να γίνεται βεβαιότητα.
Η πρώτη κυβέρνηση Παπανδρέου είχε την ευκαιρία και την ορμή – βασισμένη σε μια ευρεία εκλογική νίκη – να βάλει τις βάσεις για την δρομολόγηση όχι της επίλυσης του δημοσιονομικού προβλήματος (αυτό δεν ήταν αποκλειστικά και μόνο ελληνική επιλογή) αλλά της δημιουργίας εκείνου του περιβάλλοντος το οποίο θα ευνοούσε οποιαδήποτε μελλοντική προσπάθεια εθνικής αναγέννησης.
Κυρίως λόγω ανικανότητας των στελεχών της να κατανοήσουν το μέγεθος του προβλήματος αλλά και λόγω της απαράδεκτης στάσης σύσσωμης της αντιπολίτευσης με την άτυπη καθοδήγηση του Α. Σαμαρά, η ευκαιρία εκείνη χάθηκε με σημαντικές επιπτώσεις στην κλιμάκωση της κρίσης ως προς την έντασή της και την χρονική της διάρκεια. Η κυβέρνηση Παπαδήμου θα μπορούσε επίσης να είναι μια ευκαιρία, η στάση όμως αυτή τη φορά του κ. Σαμαρά την καταδίκασε σε αποτυχία.
Η κυβέρνηση που προέκυψε από τις εκλογές του Ιουνίου του 2012, για τους ψύχραιμους και αντικειμενικούς σχολιαστές μπορεί να ήταν η μοναδική ελπίδα αλλά είχε ελάχιστες πιθανότητες να επιτύχει, κυρίως επειδή η ανακύκλωση των ίδιων προσώπων ή των ίδιων λογικών – που απέτυχαν τα προηγούμενα χρόνια – εγγυόταν την αποτυχία της.
Εννέα σχεδόν μήνες μετά, είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι όσα κι αν έκανε η παρούσα κυβέρνηση δεν ήταν ούτε έγκαιρα ούτε αρκετά ώστε να πει κάποιος ότι η χώρα μπήκε σε μια διαδικασία επίλυσης της σωρείας των προβλημάτων της – οικονομικών, διαρθρωτικών, δομικών.  Μόνο αν θεωρηθεί σαν πείραμα ή μάθημα για το μέλλον και για την ανάγκη κυβερνήσεων συνεργασίας, μπορεί κάποιος να οδηγηθεί σε θετικό απολογισμό της πορείας της. Έχουμε όμως την πολυτέλεια δοκιμών μεσούσης της κρίσης; Μπορούμε να δοκιμάζουμε διακόσμηση την ώρα που καίγεται το σπίτι μας; Προφανώς όχι.
Ωραία, τι κάνουμε; Θα πει κάποιος και θα είναι εύλογη η απορία του. Η μόνη ειλικρινής απάντηση σε αυτή την ερώτηση είναι «δεν ξέρω».  Το μόνο που ξέρω είναι ότι επί τέσσερα χρόνια στενεύαμε διαρκώς τον ορίζοντα των επιλογών μας, ακολουθώντας μονόδρομους ή τις λιγότερο κακές επιλογές. Επί τέσσερα χρόνια διαλύαμε κομμάτι – κομμάτι τον κοινωνικό ιστό και καταστρέφαμε επιμελώς το – ούτως ή άλλως σαθρό – οικονομικό μας οικοδόμημα. Σύντομα θα είμαστε αντιμέτωποι με μια κοινωνία η οποία δεν θα έχει απολύτως τίποτα να χάσει. Ούτε καν αλυσίδες.
Σε αυτό το τοπίο το να σχεδιάζει κανείς μάχες χαρακωμάτων και τακτικούς ελιγμούς μάλλον τον κάνει να μοιάζει με Μπρανκαλεόνε και όχι με μεγάλο στρατηλάτη. Σε αυτό το τοπίο, οι λύσεις μπορεί να είναι μόνο ριζικές. Η μετριοπάθεια, δεν πρέπει να ταυτίζεται με την μετριότητα.  

Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013

Παραλλαyes No 1


Ωραίο και εύκολο να φτιάχνεις παραμύθι όταν στη θέση του θύματος βάζεις τον εαυτό σου και ο Δράκος είναι οι άλλοι. Τα πράγματα γίνονται δύσκολα όταν το στόρι γίνεται πιο πολύπλοκο, τα πρόσωπα πολλά, οι «καλοί» μπερδεύονται με τους «κακούς» και τ’ ανάποδο κι εσύ επιμένεις να έχεις στο νου σου παραμύθια με καλούς και κακούς. Ήσουνα που ήσουνα καμένος με τα Ελληνικά κουρέματα και μνημόνια, σού ‘πεσε στο κεφάλι κι αυτό της Κύπρου κι έχασες την μπάλα.  Σαν να σε βάλανε στο γύρω-γύρω-όλοι και μετά από μισάωρη σβούρα στο high speed σε έβαλαν να περπατήσεις σε δοκό ισορροπίας. Ο ορισμός του γέλιου.

Έπεσες πάλι από τα σύννεφα για το νέο Κυπριακό αλλά αυτό εκεί ήταν. Εσύ έλειπες. Οι παροικούντες εγνώριζαν αλλά ήλπιζαν στην Ιταλία. Αν η Ιταλία πήγαινε καλά στο εκλογικό, η Κύπρος είχε μια τύχη. Με τον Σίλβιο και τον Καραγκιόζη ουσιαστικούς νικητές και την Ιταλία ακυβέρνητη, η τύχη της έπεσε σε επίπεδα τζόκερ 10+1.  Και τώρα τι; Ποιος έχει δίκιο; Αν δώσεις δίκιο σε αυτό που υποστήριζες θα δώσεις δίκιο σε αυτούς που βρίζεις. Μην ανησυχείς πασά μου. Κι οι απέναντι το ίδιο πρόβλημα έχουν. Μιλώ για εκείνους που παραμύθι έχτιζαν αλλά είχαν μοιράσει αλλιώς τους ρόλους. Οπότε τι κάνεις;  Ξαναγράφεις το παραμύθι: Βάζεις τους Κύπριους στο κάδρο των θυμάτων και οι πάντες πλέον είναι εχθροί. Έθνος ανάδελφον σύντροφοι. Το ‘λεγε κι ο κυρ-Εισαγγελέας.  

Μέχρι το επόμενο δύσκολο, γιατί θάρθει το επόμενο. Εκεί, θα δυσκολευτείς αλλά έχεις όπλα στη φαρέτρα σου. Ακόμα τα Νεφελίμ είναι αναξιοποίητα.

Τώρα, να σου μιλήσω για τον κίνδυνο κατάρρευσης του Ευρωπαϊκού οράματος, ο οποίος είναι υπέρτερος της πληγείσης τραπεζικής πίστης, θα με κοιτάξεις σαν βόδι. Δεν στο λέω. Στο γράφω. Να σου μιλήσω για διαδικασίες επιτάχυνσης Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης σ’ εσένα που δεν ήθελες να ενωθεί η Μαγουλινίτσα με την Κωλοπετινίτσα και να κάνουν τον Δήμο Κωλομαγούλας; Δεν κάνω καλύτερα φιλοσοφική συζήτηση με το ντουβάρι απέναντι.

Βέβαια έχεις να διαχειριστείς και τον καημό σου. Έβγαλες το χρήμα στην Κύπρο – πάλι στο εύκολο ρε μούργο, χάθηκε να πας σε ένα Λουξεμβούργο – και τώρα χάνεις τα μαύρα από τα ιδιαίτερα και σου ‘ρθε αχαμνά. Δεν είναι τίποτα. Θα σου περάσει. Όπως σε όλους μας. Να’ χεις και δίκιο όταν φωνάζεις – από όποια πλευρά κι αν κάθεσαι ή αν βρεθείς μετά τις νέες εξελίξεις. Διότι βλέπω να έρχονται ανακατατάξεις και θα πήξουμε ξανά στις αστραφτερές μπουρμπουλήθρες που βγάζουν κάτι πολιτικοί και αναλυτές όταν ανοίγει ο στόμας τους. 

Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2013

Αλλαγή πορείας



Κάθε προσπάθεια να κρατηθώ ζωντανός σε ένα θνήσκον επιχειρηματικό πεδίο μοιάζει με την έσχατη επιλογή παραίτησης όσων ξαπλώνουν και μένουν ακίνητοι ελπίζοντας να τους απαλλάξει κάποιος από το βάρος της ζωής ή να βρέξει επιτυχία.

Πρώτη σκέψη, η μετανάστευση. Με κράτησε ξύπνιο επί μακρόν αλλά ηττήθηκε κατά κράτος, αν και σαν πόρτα δεν έκλεισε ακόμα.
Η δεύτερη, η πρωτογενής παραγωγή, κέρδισε στα σημεία και ήδη έχει ξεκινήσει η πορεία υλοποίησης.

Ήδη βρέθηκε η γη, μικρή έκταση για αρχή, του χρόνου θα δούμε, επιλέχτηκε η καλλιέργεια, παραγγέλθηκαν τα φυτά και  σε λίγες ημέρες ξεκινάμε το φύτεμα. Το επιχειρηματικό πλάνο έχει μελετηθεί διεξοδικά, έχει υποστεί δεκάδες βελτιώσεις, βρήκε την τελική του μορφή και υλοποιείται σταδιακά.

Τις επόμενες ημέρες ξεκινά το γραφειοκρατικό στάδιο: μητρώα, συνεταιρισμοί, κ.τ.λ. μιας διαδικασίας περί της οποίας δεν έχω την παραμικρή ιδέα, έχω όμως καλούς φίλους και αυτό είναι κατά πολύ καλύτερο από δεκάδες εγχειρίδια ή επαγγελματίες συμβούλους.

Να ξεκινάς στα 52 σου από την αρχή δεν είναι εύκολο, σας διαβεβαιώνω. Είναι όμως αισιόδοξο. 

Κυριακή, 17 Μαρτίου 2013

Θαμπώνει το Ευρωπαϊκό Όραμα ;


  • Η πλειοψηφία των ευρωπαϊκών χωρών αρνήθηκαν να προχωρήσουν έγκαιρα σε πολιτική ενοποίηση, εμμένοντας σε εθνικοκυριαρχικές λογικές.
  • Χωρίς ενιαία διακυβέρνηση, η οποία προκύπτει από την πολιτική ενοποίηση, λύσεις όπως ο ελεγχόμενος πληθωρισμός στο πλαίσιο ενός κοινού νομίσματος είναι αμφίβολης αποτελεσματικότητας, μπορούν να προκαλέσουν μεγαλύτερα προβλήματα από αυτά που θέλουν να διορθώσουν και σίγουρα δεν γίνονται αποδεκτές από χώρες που δεν έχουν συμφέρον από πληθωριστικές πολιτικές.
  • Χωρίς δυνατότητα νομισματικών χειρισμών, με απροθυμία υιοθέτησης διαρθρωτικών αλλαγών και σε συνθήκες εκτεταμένης κρίσης, η Ελλάδα είναι πρακτικά αδύνατο να καταφέρει να διαχειριστεί το χρέος της.
  • Καμιά κυβέρνηση χωρών της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης δεν θα δεχτεί στο μέλλον να πάρει πάνω της μια ακόμα προσπάθεια διάσωσης χωρών του νότου εις βάρος των φορολογουμένων τους. Κάτι τέτοιο θα ήταν πολιτική αυτοκτονία για οποιονδήποτε.
  • Για πολλούς λόγους οι επιλογές στο ζήτημα της Κύπρου είχαν περιοριστεί πρακτικά σε 2: την επίσημη ανακήρυξη χρεοκοπίας και το γεναίο κούρεμα καταθέσεων από ένα ποσό και πάνω. (ακούστηκε για 40% των καταθέσεων πάνω από 100.000). Κάτω από αυτές τις συνθήκες, αυτό που τελικά επελέγη ήταν συμβιβασμός. Λάθος κατά την άποψή μου, αλλά συμβιβασμός.
  • Οι Ευρωπαϊκές Κυβερνήσεις εξακολουθούν να πολιτεύονται με τον ίδιο τρόπο παρά το γεγονός ότι οδηγούν το Ευρωπαϊκό οικοδόμημα σε πολιτική κατάρρευση και την ιδέα της Ενωμένης Ευρώπης σε πτώχευση. Θα μου επιτραπεί εδώ να τονίσω ότι το τελευταίο δεν είναι αποκλειστικά ευθύνη της Γερμανίας.
  • Η αποτυχία της ιδέας της ενωμένης Ευρώπης θα έχει μακροπρόθεσμα σαφέστατα τραγικότερες συνέπειες από το γεγονός της προσωρινής ίσως απώλειας εμπιστοσύνης του κοινού προς το τραπεζικό σύστημα.
  • Τις επόμενες ημέρες είναι πιθανό να συμπυκνωθεί σε τέτοιο βαθμό ο πολιτικός χρόνος, να έχουμε απρόβλεπτες εξελίξεις σε όλη την Ευρώπη ή σε πολλά τμήματα αυτής και να είναι αδύνατος ο οποιοσδήποτε έλεγχος επί αυτών . Κανείς όμως δεν είναι σε θέση να πει με σχετική βεβαιότητα ότι θα συμβεί. Δεν υπάρχει ιστορικό προηγούμενο να χρησιμεύσει ως σημείο αναφοράς. 

Σάββατο, 2 Μαρτίου 2013

Το πολιτικό υποκείμενο ως αντικείμενο του πόθου


Υπάρχει τελικά χώρος για ένα νέο κόμμα (δεν αντέχω να ακούσω ξανά τη φράση «πολιτικό υποκείμενο») στην ελληνική πολιτική σκηνή; Σαφώς υπάρχει. Είναι ανάγκη αυτό να προκύψει ως αποτέλεσμα πολιτικών διεργασιών με σκοπό την σύγκλιση υπαρχόντων πολιτικών σχηματισμών, ομάδων ή προσώπων;  Θα ήταν επιθυμητό αλλά όχι απαραίτητο. Η άποψή μου, όπως ήδη την έχω εκφράσει σε προηγούμενο άρθρο μου, είναι ότι η συζήτηση με στόχο γενικευμένες συμπράξεις οποιασδήποτε μορφής  έχει ήδη οδηγηθεί σε αδιέξοδα και είναι ατελέσφορη, εκτός αν συμβούν δραματικές ανατροπές στο πολιτικό σκηνικό.
Τι μένει λοιπόν; Ή καλύτερα γιατί δεν είχε ευτυχή κατάληξη η προσπάθεια; Τι λείπει; Το πολιτικό θάρρος. Οι του κεντρώου χώρου ποτέ δεν το είχαν, όντας αρκούντως συντηρητικοί και μετριοπαθείς, σε καμιά περίπτωση δεν θα αποτολμούσαν ριψοκίνδυνα εγχειρήματα, όπως είναι η δημιουργία ενός δυναμικά εξωστρεφούς και επιθετικά λαϊκού – με την έννοια της πορείας προς το λαό – κόμματος. Δεν θα ταίριαζε στην αισθητική τους, όπως συνηθίζουν να λένε, επειδή έμαθαν να επιλέγουν πολιτικό υποκείμενο (εντάξει, ας ευθυμήσουμε λίγο) όπως ακριβώς διαλέγουν κοστούμι ή ξενοδοχείο για την επόμενη ολιγοήμερη απόδρασή τους.
Λείπει όμως και από την μετριοπαθή, ευρωπαϊκή και μεταρρυθμιστική (και εν μέρει κατ’ όνομα) αριστερά, επειδή σε αυτή περισσεύουν οι τύψεις για την αποτυχημένη της προσπάθεια να ελέγξει ή να τιθασεύσει την κρίση. Επιπρόσθετα, ο μακροχρόνιος εναγκαλισμός της με την εξουσία, την έχει μπολιάσει με τον άκρως συντηρητικό κυβερνητισμό. Τα κομμάτια της αριστεράς που δεν κυβέρνησε τότε, γιατί δεν «βγαίνουν μπροστά»; Που είναι σε αυτούς το πολιτικό θάρρος; Ποτέ δεν είχαν. Ζώντας πάντα στη σκιά των υπόλοιπων συντρόφων τους, έμαθαν να ζουν με την πολιτική δειλία και τώρα που ελευθερώθηκαν δεν μπορούν να διαχειριστούν ούτε την ελευθερία τους ούτε την συμμετοχή τους στην κυβέρνηση.
Τότε τι; Υπάρχει λύση; Η άποψή μου είναι ότι υπάρχουν εκείνοι οι άνθρωποι που μπορούν και πρέπει να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων, να αναλάβουν την ιστορική τους ευθύνη και να σαρώσουν την πολιτική σκηνή.  Εκείνοι που θα εκφράσουν την επιδιωκόμενη ενότητα, όχι μέσα από μηχανιστικές διαδικασίες άθροισης προσώπων και συνένωσης μηχανισμών αλλά από την σύγκλιση ιδεών, απόψεων, θέσεων. Όχι μέσα από διαδικασίες συνεύρεσης παλαιών αλλά γέννησης  του καινούργιου. Εκείνοι που θα σταθούν δίπλα και μαζί με τον μέσο Έλληνα, όχι για να τον επιπλήξουν ή για να τον νουθετήσουν. Όχι για να τον σύρουν από το μπράτσο ή για να τον σπρώξουν. Όχι για να τον χαϊδέψουν ή να τον καλοπιάσουν αλλά για να του μιλήσουν με την γλώσσα της αλήθειας. Που θα του παρουσιάσουν ένα σχέδιο για τη χώρα με αρχή, μέση και τέλος. Με ενδιάμεσους στόχους, με επιμέρους σκοπούς, με συγκεκριμένες τακτικές επιλογές. Ένα σχέδιο που θα περιλαμβάνει λεπτομερή περιγραφή κάθε φάσης και αναφορά στα πρόσωπα που θα το πραγματοποιήσουν. Που θα εξηγήσουν με σαφήνεια σε ποιους απευθύνονται με ποιους θα συμπορευθούν και ποιους θα εκφράσουν. 
Ο λόγος τους πρέπει να είναι λιτός και καθαρός, όπως και η θέση τους. Όπως και τα μήνυμα που θα εκπέμπεται από την παρουσία τους. Ξεκάθαρο και πάντα στο στόχο. Όχι διφορούμενες εκφράσεις, ήξεις – αφήξεις, όχι ανακολουθίες ή έλλειψη αποφασιστικότητας. Όχι ελιτισμός ή λαϊκισμός. Την εμπιστοσύνη την κερδίζουν οι γνώστες, οι σίγουροι, οι αποφασισμένοι. Αυτοί που πατάνε πάνω στην μακροχρόνια σωρευμένη εμπειρία των γενιών που πέρασαν, χωρίς να κρέμονται από πάνω τους. Που χαράσσουν το νέο σεβόμενοι το παλιό αλλά είναι πρόθυμοι να το γκρεμίσουν όπου και όταν χρειασθεί. Που η πολιτική γι’ αυτούς είναι προσφορά και όχι κατάθεση.
Αν αυτοί δεν αρπάξουν την ευκαιρία τώρα, είμαστε καταδικασμένοι να ζήσουμε αρκετά χρόνια κάτω από την δικτατορία των μετρίων. 

Παρασκευή, 1 Μαρτίου 2013

Τίτλοι τέλους για την κεντροαριστερά;

Περάσαμε πάνω από ένα εξάμηνο με θερμές συζητήσεις περί συγκλίσεων και κεντροαριστεράς και μεταρρυθμιστικού χώρου, αν δεν ξέχασα κάποια φράση που χρησιμοποιήθηκε για να χαρακτηρίσει ένα θολό, ως προς το περίγραμμά του, πολιτικό χώρο. Υπερεκθέσαμε, και προφανώς κάψαμε, έννοιες όπως «πολιτικό υποκείμενο», «αφήγηση», «σύγκλιση», «ενότητα», «ενιαίος χώρος»  και το ζητούμενο δεν επετεύχθη. Δεν ήλθε καν κοντύτερα. Είναι το ίδιο μακρινό και το ίδιο ζητούμενο όπως τόσους μήνες πριν. Για να μην πω ότι φαντάζει πλέον πιο μακρινό.
Γιατί; Δεν υπάρχει μια απάντηση που να καλύπτει όλες τις πλευρές ενός άλυτου και όχι σαφώς ορισμένου προβλήματος. Πώς να απαντήσεις γιατί δεν λύθηκε όταν δεν ξέρεις καν ποιο ήταν το πρόβλημα; Η πίεση που ασκήθηκε στα θεμέλια του πολιτικού συστήματος σε δεδομένη χρονική στιγμή της εξέλιξης της κρίσης στην Ελλάδα, κινητοποίησε σχεδόν το σύνολο των πραγματιστών και ορθολογιστών που πολλές φορές και κατά περίπτωση στο παρελθόν είτε είχαν εκφραστεί είτε είχαν πράξει υπέρ της μεταρρύθμισης του Ελληνικού κράτους, έτσι ώστε αυτό να αποκτήσει τα χαρακτηριστικά και τη δομή των βόρειων και δυτικών ευρωπαϊκών κρατών. Δίπλα σε αυτούς προστέθηκαν εκείνοι που επιθυμούσαν αλλαγές στο πολιτικό σύστημα, κάποιοι άλλοι στην δομή και τις σχέσεις στην οικονομία, τρίτοι στην παιδεία και μ’ αυτό τον τρόπο γενικεύθηκε το αίτημα χωρίς να περιγραφεί το πρόβλημα.
Ένα τέτοιο «μέτωπο» δεν μπορεί – φυσικά – να υπάρξει πέρα και έξω από τις συνθήκες που το δημιούργησαν. Υπό την έννοια αυτή θα είχε εκ των πραγμάτων ημερομηνία λήξης.
Ας ανοίξουμε εδώ μια παρένθεση και ας δούμε τις πιθανές μορφές έκφρασης αυτού του «μετώπου». Η πρώτη και αυτή που συζητήθηκε κατά κόρο από την ιδεολογική πρωτοπορία του χώρου, ήταν αυτή της δημιουργίας ενός ενιαίου κομματικού φορέα ο οποίος θα προκαλούσε την εθελούσια διάλυση όλων των υπαρχόντων κομμάτων του χώρου και την ένταξή τους στο υπερκόμμα. Η δεύτερη εκδοχή μιλούσε για την δημιουργία ενός συνασπισμού κομμάτων στο πρότυπο του ΣΥΡΙΖΑ ενώ άλλες έκαναν λόγο για συμμαχία ή και κόμμα «των προθύμων», για επιλεκτικές συμμαχίες ή συνενώσεις ανά δύο ή τρεις και άλλα, ποικίλα και ποικιλόμορφα σενάρια.
Το μεγάλο ερώτημα λοιπόν – και ήδη έχει κλείσει η παρένθεση - παρέμενε αναπάντητο γιατί ποτέ δεν είχε ίσως διατυπωθεί με σαφήνεια: γιατί να μπει κανείς σε τέτοιο κόπο; Γιατί να το κάνει, αφού από την στιγμή που οι συνθήκες οι οποίες προκάλεσαν την συζήτηση εκλείψουν θα εκλείψει και η ανάγκη αυτού του ενιαίου φορέα; Τώρα, το ίδιο ερώτημα τίθεται επιτακτικά με πολύ ελαφρύτερη αφορμή: η ήρεμη πλέον αποδοχή της άθλιας οικονομικής θέσης των ελλήνων και η ποιοτικά διαφοροποιημένη δρομολόγηση της οργής του λαού, καθησύχασε τα αντανακλαστικά της αυτοσυντήρησης και αύξησε τις φυγόκεντρες τάσεις στο χώρο της «κεντροαριστεράς». Τώρα που ο μπαμπούλας της εκτροπής δεν δείχνει τα δόντια του, ο κάθε κατεργάρης κοιτάζει τον πάγκο του. Τώρα, οι διαφορές, τα χούγια, τα ελαττώματα υπερτονίζονται. Ο έρωτας τελείωσε τόσο ξαφνικά όσο άρχισε. Απλά, δεν το καταλαβαίνουν όλοι αμέσως. Μερικοί χρειάζονται το χρόνο τους να το συνειδητοποιήσουν. Δεν υπάρχει πρόβλημα, κανείς δεν βιάζεται.
Βέβαια, όλη η συζήτηση υπηρέτησε την ιστορία με τον καλύτερο τρόπο. Η διαρκής και πολύμηνη όσμωση, καθώς και αυτή που προηγήθηκε του φλογερού έρωτα που δημιουργήθηκε μέσα στο καλοκαίρι και φούντωσε στο καταχείμωνο, άφησε ανεξίτηλα τα σημάδια της σε όλες τις πλευρές και αυτό είναι το πολύτιμο κληροδότημά της. Αν δεν δηλητηριαστεί από καυγάδες που φέρνει η καταπιεστική και αφύσικη προσπάθεια να κρατηθεί ζωντανό κάτι που μετά βίας στέκεται στα πόδια του, τότε το κέρδος θα παραμείνει στο ακέραιο κέρδος. Διαφορετικά, θα γίνει μια παρένθεση που όλοι θα θέλουν να ξεχάσουν.