Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2012

Πρόσκληση για μια Δυναμική Ελλάδα


Τα τελευταία 3 χρόνια η ζωή όλων μας αλλάζει ριζικά. Σαν η χώρα να βρίσκεται στο εσωτερικό ενός επιταχυντή εξελίξεων, σε μια τεράστια και παντοδύναμη πρέσα συμπύκνωσης της ιστορίας. Αλλαγές που ίσως να γινόταν κοινωνικό κτήμα σε χρόνια – αν γινόταν ποτέ -  πρέπει να γίνουν πράξη μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα. Εξελίξεις, μεταρρυθμίσεις, μεταβολές στην κατεύθυνση του εκσυγχρονισμού, της ωρίμανσης και της εγκατάλειψης της αφύσικα μακροχρόνιας εφηβείας του κράτους μας – που σε λίγα χρόνια γίνεται διακοσίων ετών – που για χρόνια γέμιζαν σελίδες πολιτικών εξαγγελιών, οφείλουν να γίνουν πράξη τόσο γρήγορα ώστε μεγάλη μερίδα των πολιτών να αδυνατεί να τις αφομοιώσει.
Πολύ πριν τις εκλογές του 2009 και μέχρι σήμερα έχω πολλές φορές μιλήσει για την αναγκαιότητα του εκσυγχρονισμού της πολιτικής σκηνής, πρώτα απ’ όλα, και της κοινωνίας επακόλουθα. Έχω επίσης καυτηριάσει όσους πολιτικούς χώρους ή μεμονωμένους πολιτικούς αντιστάθηκαν και αντιστέκονται σε αυτή την ιστορική αναγκαιότητα. Σε πολλές περιπτώσεις παραδέχομαι ότι περίμενα ίσως περισσότερα από όσα μπορούσαν οι πολιτικοί να δώσουν αφού και οι ίδιοι άνθρωποι είναι. Αλλά πάλι, ας μην επέλεγαν να γίνουν πολιτικοί εάν δεν μπορούν να διαισθανθούν ή να κατανοήσουν τις επιταγές της εποχής.
Για την στάση μου αυτή «κατηγορήθηκα» ως μνημονιακός, προδότης, πουλημένος και άλλα φαιδρά αλλά τιμητικά εν τέλει. Είμαι τόσο μνημονιακός όσο αντιβιωτικομανής είναι κάποιος φορέας βαριάς λοίμωξης ο οποίος οφείλει να ακολουθήσει συγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή για να παλέψει την λοίμωξη. Είμαι λοιπόν ρεαλιστής. Από την πρώτη στιγμή της κρίσης πίστευα - και ακόμα το πιστεύω – ότι οφείλουμε να πράξουμε όλα εκείνα τα αναγκαία όσο οδυνηρά και αν είναι ώστε ποτέ η χώρα να μην βρεθεί ξανά στην ίδια θέση.
Στα 3 αυτά χρόνια χρειάστηκε προσπάθεια ώστε να αποφύγω την παγίδα του λαϊκισμού από την μια και της μετρολαγνείας από την άλλη, ειδικά σε περιπτώσεις όπου τα όρια γινόταν ασαφή ή τα γεγονότα μπορούσαν να ερμηνευτούν με διαφορετικούς τρόπους. Δεν το κατάφερα πάντα. Προσπάθησα όμως.
Στον δρόμο αυτό «γνώρισα» ανθρώπους, ιδέες, τρόπους σκέψης. Πειραματίστηκα – όπως όλοι μας – γοητεύτηκα, απογοητεύτηκα, σκέφτηκα, μίλησα, διαφώνησα, λογομάχησα. Ό,τι κι αν έκανα, υπάρχει μια σειρά ανθρώπων οι οποίοι παραμένουν σε όλη αυτή την πορεία ιδεολογικά συγγενείς μου – είτε το γνωρίζουν είτε όχι. Πολλοί εξ αυτών, οι περισσότεροι ίσως, στεγάζονται στην ομάδα Δυναμική Ελλάδα.
Ρωτήστε γι αυτήν.  Ψάξτε την. Μην κοιτάτε πρόσωπα παρά μόνο αν σας αγγίξουν οι ιδέες. Μην μολύνετε τις ιδέες με τις απόψεις σας για τα πρόσωπα, ειδικά τα δημόσια. Πολλές φορές η εικόνα που τα ΜΜΕ σας έχουν επιβάλει είναι εντελώς λαθεμένη.
Ειλικρινά λυπάμαι επειδή δεν έχω καταφέρει να «βρεθώ» μαζί τους. Μοιράζω τη ζωή μου ανάμεσα σε Αθήνα και Λάρισα. Κυρίως πλέον Αθήνα. Στην συνάντηση των Αθηνών, έτυχε να είμαι στη Λάρισα. Ση συνάντηση της Λάρισας θα είμαι στην Αθήνα.
Αν η γνώμη μου μετράει έστω και λίγο, καλώ όλους τους φίλους μου και συντρόφους που πιστέυουν πραγματικά στην ανάγκη μεταρρύθμισης της κοινωνίας, όλους εκείνους που έχουμε πορευθεί μαζί, έχουμε ξενυχτήσει συζητώντας να βρίσκονται το επόμενοι Σάββατο 8 Σεπτέμβρη 2012 από τις 11 το πρωϊ ως τις 7 το απόγευμα στο Divani στη Λάρισα να γνωριστούν να συζητήσουν, να διαφωνήσουν, να λογομαχήσουν αλλά να προσχωρήσουν μπροστά. Δότι οι εξελίξεις θα είναι καταιγιστικές αυτό το φθινόπωρο και πρέπει να είμαστε παρόντες στις εξελίξεις. Πρέπει επειδή οι άλλες εναλλακτικές είναι ζοφερές. 

Σάββατο, 11 Αυγούστου 2012

Το κράτος ως κομματικό βιλαέτι


Παρά τα όσα προσπαθούν να επιβάλλουν οι παραχαράκτες της νεοελληνικής ιστορίας, ο χώρος της σοσιαλδημοκρατίας έχει προσφέρει πάρα πολλά σε αυτόν τον τόπο. Σίγουρα όχι όσα έπρεπε ή όσα μπορούσε, με βεβαιότητα όχι όσο γρήγορα απαιτούσαν οι παγκόσμιοι ρυθμοί, αλλά η απόσταση από εκεί μέχρι τον πλήρη μηδενισμό του έργου του ΠΑΣΟΚ και την δαιμονοποίηση προσώπων και ιδεών μόνο με λάσπη, υπερβολή και ψέμα μπορεί να καλυφθεί.
Ένα από τα θετικά που προσπάθησε να εισάγει στη δημόσια διοίκηση ο τελευταίος πρωθυπουργός του ΠΑΣΟΚ, ήταν η αλλαγή στον τρόπο ορισμού των Γραμματέων των Υπουργείων. Το σκεπτικό ήταν απλό: οι γραμματείς είναι οι ενδιάμεσοι της πολιτικής ηγεσίας και του κρατικού μηχανισμού. Είναι αυτοί που αναλαμβάνουν να μετατρέψουν σε καθημερινή πρακτική τις πολιτικές αποφάσεις. Επειδή αποτελεσματικός κρατικός μηχανισμός είναι αυτός που έχει συνέχεια και δεν αδρανεί σε περιόδους κυβερνητικών αλλαγών, θα πρέπει και όλη του η δομή να είναι σταθερή, αξιοκρατικά επιλεγμένη, διαρκώς αξιολογούμενη.
Με βάση τα παραπάνω, οι Υπουργοί σχεδιάζουν και συντονίζουν, οι Γραμματείς συγκεκριμενοποιούν και επιλέγουν το σχέδιο και τον τρόπο υλοποίησης και ο κρατικός μηχανισμός εκτελεί. ΟΙ Υπουργοί επιλέγονται από τον Πρωθυπουργό και οι Γραμματείς μέσα από κάποια διαδικασία. Η θητεία των Γραμματέων δεν (πρέπει να) ακολουθεί αυτή της κυβέρνησης. Το σχέδιο, σαν θεωρία, ήταν απόλυτα σωστό. Εφαρμόστηκε όμως λάθος, σε πολλές περιπτώσεις καταστρατηγήθηκε, σε άλλες αγνοήθηκε.
Θα περίμενε κανείς, η νέα κυβέρνηση να «πατήσει» πάνω στο σκεπτικό, να το βελτιώσει και να το ενισχύσει.
Αντ’ αυτού, ακούσαμε χθες - προχθές ότι τα τρία κόμματα που συγκροτούν την κυβέρνηση μοιράστηκαν τις Γραμματείες (6 εμείς, 3 εσείς, 2 οι τρίτοι), έψαξαν τις κομματικές τους επετηρίδες, ξεσκόνισαν τα τεφτέρια τους, μέτρησαν τις οφειλές τους σε πρόσωπα και κουμπαριές και έφτιαξαν το δικό τους κράτος. Δεν λέω ότι τα πρόσωπα που επελέγησαν δεν είναι ικανά. Μπορεί να αποδειχθούν ικανότατα. Αυτό που λέω είναι ότι η λογική του κράτους – σουλτανάτου που χωρίζεται σε κομματικά βιλαέτια μάλλον αποτελεί ένα αναχρονιστικό μοντέλο δόμησης κράτους. Κάνω λάθος; Δεν ρωτώ φυσικά τον Σαμαρά. Ο Αντώνης, αν μπορούσε, θα όριζε ως μοναδικό προσόν διορισμού την Μεσσηνιακή καταγωγή. Δεν ρωτώ ούτε τον Βενιζέλο. Ο Βαγγέλης είναι η πρωσοποποίηση του αριβίστα, αμοραλιστή πολιτικού. Δεν ρωτώ καν τον κύριο Φώτη, φοβάμαι μην ταράξω την μακαριότητά του. Ρωτώ όλους όσους έχουν παλέψει ή εξακολουθούν να μάχονται για την μεταρρύθμιση του κράτους και των δομών τους και συν – στεγάζονται με τους παραπάνω, τουλάχιστον στα δύο μικρότερα κόμματα. Και τους ρωτώ ευθέως: πόσα ακόμα πισωπατήματα θα ανεχτούμε;