Τρίτη, 12 Ιουνίου 2012

Θέλουμε;


Ελάχιστες, αν έχουν απομείνει, είναι πλέον οι αλλοδαπές εταιρείες που χορηγούν πίστωση σε συνεργάτες  τους ή αντιπροσώπους τους στην Ελλάδα.  Σύντομα θα αρχίσουν να εμφανίζονται προβλήματα ακόμα και στην παραγωγική διαδικασία βιομηχανικών μονάδων της ημεδαπής αναφορικά με την προμήθεια ανταλλακτικών ή πρώτων υλών. Τα φαινόμενα έλλειψης ρευστότητας είναι άκρως μεταδοτικά, λειτουργούν πολλαπλασιαστικά και συχνά πλήττουν τους ίδιους φορείς δυο και τρεις φορές. Διάφοροι οικονομικοί τομείς στην Ελλάδα κρατιούνται ζωντανοί - όσοι κρατιούνται - με τεχνάσματα ή κινούμενοι στο μεταίχμιο της καταστροφής. Οι ελλείψεις είναι εδώ σε πρώιμες μορφές: προϊόντα μειωμένης ποιότητας, μικρότερη ποικιλία ειδών κ.τ.λ.
Η χώρα έχει εισέλθει στον κύκλο της αυτοτροφοδοτούμενης κρίσης ρευστότητας και όσο περνούν οι μέρες ή οι ώρες, η κατάσταση τείνει να γίνει μη αναστρέψιμη. Τα εισοδηματικά κατώτερα στρώματα έχουν συμπιεστεί στο μη περαιτέρω, η μεσαία τάξη έχει εξαφανιστεί και το τραπεζικό σύστημα είναι ανίκανο να χρηματοδοτήσει ανάκαμψη.
Ο λαός, ελλείψει άρτου αρκείται στα θεάματα: ποδόσφαιρο και πολιτική. Τα κόμματα μοιράζουν μια πίττα που δεν υπάρχει και διοργανώνουν πολυέξοδες προεκλογικές εκστρατείες με χρήματα που κανείς δεν γνωρίζει που βρήκαν. Λογομαχούν, αναλώνονται, περιγράφουν την «επόμενη μέρα». Οι πολίτες τους ακούν με τον ίδιο τρόπο που κοιτούν τα φωτορεπορτάζ από την πλούσια ζωή των αστέρων στα φθηνά λαϊκά περιοδικά.
Κανείς δεν βγαίνει στο μπαλκόνι της ζωής να δείξει την πραγματικότητα. Κανείς, και όμως πρέπει. Πρέπει να ειπωθεί ότι αυτό που γνωρίσαμε δεν υπάρχει πια. Αυτό που ζήσαμε και που θεωρούσαμε δεδομένο είναι οριστικά παρελθόν. Είμαστε πτωχοί. Πρέπει να αποφασίσουμε ότι δεν υπάρχουν πουθενά κρυμμένα χρήματα, δεν υπάρχουν καν χρήματα. Πρέπει να αποφασίσουμε ότι η μεμψιμοιρία δεν είναι λύση αλλά πρόβλημα. Ότι δικαίωση είναι η επιβίωση. Ότι το αύριο δεν έρχεται, το φέρνουμε. Με δουλειά. Πολλή και σκληρή δουλειά.  Πρέπει να ωριμάσουμε. Μια χώρα - έφηβη, οφείλει να ενηλικιωθεί σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα και με πολύ σκληρό τρόπο. Αν δεν το κάνει, θα συμβεί μόνο του αλλά θα διαρκέσει περισσότερο και θα είναι πολύ πιο επώδυνο.
«Που μας κατάντησαν» ακούω να ψιθυρίζουν πολλοί. Που καταντήσαμε λέω εγώ. Σκεφθείτε, σας παρακαλώ, πόσες ανάλογες στιγμές σαν αυτές που ζούμε συμπυκνωμένες το τελευταίο δίμηνο έχουμε ζήσει, τουλάχιστον οι μεγαλύτεροι. Πόσες προεκλογικές εκστρατείες όπου ακολουθούσαμε το όμορφο ψέμα κι ας γνωρίζαμε βαθιά μέσα μας ότι είναι ψέμα. Πόσα λόγια μεγάλα, λόγια όμορφα, λόγια ιστορικά, λόγια γλυκά, λόγια, λόγια, λόγια ακούσαμε. Δεν μας τα είπανε: Ζητήσαμε να τα ακούσουμε. Παραγγελιά ήτανε. Τα επιβάλαμε. Τα βάλαμε στο στόμα εκείνων που χρίσαμε ηγέτες μας. Πείτε στα παιδιά σας την αλήθεια: εμείς φταίμε, κανείς άλλος. Εμείς οφείλουμε και να το αλλάξουμε.  Χωρίς ψευδαισθήσεις, χωρίς παιδιάστικες αντιδράσεις, με ωριμότητα και αποφασιστικότητα. Προετοιμασμένοι για τα χειρότερα που έρχονται και αποφασισμένοι να τα ξεπεράσουμε. Μπορούμε. Θέλουμε; …. Θέλουμε;  

Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2012

Tsipras ante portas


Θεωρούσα ανόητους ή κομματικά εμπαθείς όσους, στις αρχές του 2010 ρωτούσαν μετ’ επιτάσεως τους τότε πρωθυπουργό και υπουργό οικονομικών, αν θα προσφεύγαμε στο ΔΝΤ για την αντιμετώπιση του χρέους. Όχι τους δημοσιογράφους. Αυτοί ήλπιζαν σε κάποια γκάφα των ερωτώμενων ή έστω σε ένα σήκωμα του φρυδιού, έναν δισταγμό στην εκφορά του λόγου για να «στήσουν» ρεπορτάζ - βόμβα. Όχι αυτούς. Θεωρούσα ανόητους τους πολιτικούς ή τους πολίτες που το έκαναν. Εάν ο τότε πρωθυπουργός άφηνε ανοιχτό ένα τέτοιο ενδεχόμενο, θα το έκανε γεγονός γρηγορότερα και με δυσμενέστερους όρους. Θεωρώ διπλά εμπαθείς (και πολλαπλά επικίνδυνους για το μέλλον μας) όσους χαρακτηρίζουν ως ψεύτες τους Παπανδρέου και Παπακωνσταντίνου επειδή ακριβώς τότε διαβεβαίωναν ότι δεν θα προσφύγουμε στο ΔΝΤ και ότι αυτό είναι καταστροφή. Αν δεν ήταν ψεύτες, θα ήταν εγκληματίες.
Το ίδιο πολιτικά εμπαθείς είναι όσοι ρωτούν σήμερα εκπροσώπους του ΣΥΡΙΖΑ τι θα κάνουν σε περίπτωση που η Ε.Ε. αρνηθεί να καθίσει στο τραπέζι των συζητήσεων για μια εκ βάθρων αλλαγή της δανειακής σύμβασης και μια άλλη αντιμετώπιση του συνόλου των θεμάτων που συναποτελούν την ελληνική κρίση χρέους.
Εξηγούμαι, δεν θεωρώ καν λύση στα προβλήματα του τόπου μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Πόσο μάλλον αξιόπιστη. Οφείλω όμως να βλέπω τα πράγματα ψύχραιμα.  
Όσοι παρακολουθούσαν τον ΣΥΡΙΖΑ έστω και από κάποια απόσταση, μπορούν να βεβαιώσουν ότι δεν είναι πλέον ο ίδιος. Αναγκάζεται να προσαρμοστεί σε μια πραγματικότητα την οποία κανείς στην Κουμουνδούρου δεν νομίζω να περίμενε. Η προοπτική συμμετοχής σε κάποιο κυβερνητικό σχήμα ή ακόμα και αυτή του ρόλου της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ωσάν ιστορικός ελκυστήρας, τραβά τον ΣΥΡΙΖΑ στην μεριά των κομμάτων εξουσίας και στην ανάγκη διαμόρφωσης δυνητικά κυβερνητικών προτάσεων. Δεν είναι μια εύκολη διαδικασία. Τουλάχιστον όχι για όλους. Πολλές από τις συνιστώσες δεν έχουν λόγο συστράτευσης με ένα κυβερνητικό κόμμα, καθώς μπορεί να υπάρξουν μόνον ως φορείς διαμαρτυρίας. Άλλες πάλι, θεωρούν ακόμα και τη συμμετοχή στις εκλογές ως μικροαστικό συμβιβασμό αλλά αδυνατούν να αρθρώσουν αντίρρηση αν δεν καταφέρουν πρώτα μα θέσουν ξανά σε λειτουργία την κάτω σιαγώνα τους, η οποία παραμένει πεσμένη στη θέα εδράνων του κοινοβουλίου.
Η μετεξέλιξη αυτή του ΣΥΡΙΖΑ ήταν δύσκολο να επιτευχθεί τόσο γρήγορα χωρίς την επιστράτευση έμπειρων και πρόθυμων να βοηθήσουν κομματικών στελεχών από το χώρο του ΠΑΣΟΚ. Η συνύπαρξη αυτή δεν προϋποθέτει και την ιδεολογική όσμωση αλλά δεν μπορεί να την αποκλείσει ούτε να την ελέγξει, αν αρχίσει. Το να ισχυριστεί κανείς ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ταυτίζεται πλέον με το λεγόμενο ιστορικό ΠΑΣΟΚ, είναι λάθος. Άλλο τόσο λάθος είναι, από την άλλη, να επιμένουν μερικοί ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει τον τελευταίο χρόνο στο κόμμα του Τσίπρα, του αδίστακτου αυτού νεαρού πολιτικού.
Ποιο είναι το κυβερνητικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, τώρα; Μικρή σημασία έχει. Όχι γιατί δεν αξίζει τον κόπο να το αναλύσει κανείς. Κάθε άλλο. Έχει μικρή σημασία διότι στηρίζεται στην επιτυχία ή μη μιας φιλόδοξης μπλόφας. Αυτής της καταγγελίας του μνημονίου. Δεν έχουν χάσει τα μυαλά τους στο ΣΥΡΙΖΑ. Παρά τις διαφορετικές φωνές, παρά τις αντιρρήσεις ορισμένων συνιστωσών, έχουν δομήσει τις προτάσεις τους με την παραδοχή ότι η μπλόφα τους θα πετύχει. Έχουν επίσης έτοιμο το σχέδιο της ταχείας οπισθοχώρησης εάν παρ’ ελπίδα η μπλόφα τους σκάσει σαν σαπουνόφουσκα. Αν δηλαδή η Ευρώπη αρνηθεί κάθε συζήτηση και προβεί σε κινήσεις οι οποίες θα ρίχνουν την Ελλάδα στο καναβάτσο, οι του ΣΥΡΙΖΑ ελπίζουν ότι θα προλάβουν να ρίξουν πετσέτα στο ρινγκ και να συμμορφωθούν. Έχουν έτοιμη και την θεωρητική επένδυση της αναδίπλωσης. Θα ήταν όμως ανόητοι και επικίνδυνοι αν φανέρωναν από τώρα την μπλόφα τους.
Έχουν γραφτεί πάμπολλες αναλύσεις για το τι θα συμβεί αν η μπλόφα «δεν κάτσει». Καταστροφές, λιμοί, καταποντισμοί. Τα περισσότερα από αυτά ισχύουν σε περίπτωση που ο διαιτητής ή ο αντίπαλος δεν δει την πετσέτα στο ρινγκ και δώσει το κρίσιμο τελευταίο χτύπημα ώστε να ξεμπερδεύει με τον ενοχλητικό αντίπαλο. Η εμπειρία όμως δείχνει ότι το Ευρωπαϊκό fair play δεν επιτρέπει τέτοιες συμπεριφορές. Άρα, θα έχει χρόνο η Ελλάδα να αναδιπλωθεί και να επανεκκινήσει τις προσπάθειές της από σαφώς μειονεκτικότερη θέση. Τι γίνεται όμως αν η μπλόφα πετύχει; Τι γίνεται αν ο ΣΥΡΙΖΑ καταφέρει μια ουσιαστικότερη επαναδιαπραγμάτευση και της σύμβασης και των όρων αυτής αλλά και του συνολικού ζητήματος του χρέους; Τι γίνεται αν καταφέρει να βάλει μπροστά και κάποιες μεταρρυθμίσεις, όσες η ιδεολογική του προσέγγιση των πραγμάτων του επιτρέπει;
Το τελευταίο είναι ένα πραγματικά ακραίο σενάριο και έχει πολύ μικρές πιθανότητες πραγματοποίησης. Όχι όμως μηδενικές. Αν συμβεί, θα μιλάμε για μια τουλάχιστον σημαντική αλλαγή στην καρδιά της Ευρώπης: ο όρος radikal στα γερμανικά δεν θα είναι ταυτισμένος με κάτι το ακραίο, το εχθρικό, το απειλητικό. Θα μιλάμε επίσης και για μια κατά κράτος ήττα της δεξιάς και των φιλελεύθερων μετριοπαθών δυνάμεων στην Ελλάδα, οι οποίες επέλεξαν την πολιτική της ευθείας πόλωσης στη βάση όχι αρχών και στρατηγικής αλλά τακτικών και ευκαιριακών θέσεων.

Ηρεμήστε όσοι ιδρώσατε. Ηρεμήστε. Πρέπει πρώτα να κερδίσει τις εκλογές...

Κυριακή, 10 Ιουνίου 2012

Το πάζλ των εκλογών


Τον περασμένο Δεκέμβριο, βρέθηκα με φίλο σε γραφείο κορυφαίας Υπουργού της τότε κυβέρνησης. Στη συζήτηση, της εξέθεσα τις απόψεις μου για το τι πρέπει να γίνει ή για το τι είχε (και εξακολουθεί να έχει) ανάγκη η πολιτική σκηνή.
Της είπα ότι ένας πολιτικός φορέας για να δημιουργήσει δυναμική, να εισπράξει αποδοχή και να ανανεώσει ουσιαστικά την πολιτική, υπό τις δεδομένες συνθήκες, πρέπει να αποδείξει με πράξεις την αποκοπή του από το παρελθόν. Ένας συμβολικός τρόπος είναι η ηλικιακή ανανέωση αλλά και η ανανέωση σε πρόσωπα.
«Κάντε στην άκρη, αναλάβετε ρόλο συμβούλου, κάντε ένα κόμμα που δίπλα στα διοικητικά του όργανα θα στήσει και συμβουλευτικά ή θα δημιουργήσει γνωμοδοτικά think tanks. Η πολιτική είναι το ίδιο ή και περισσότερο αποδοτική όταν κανείς βρίσκεται στο παρασκήνιο» είπα. 
Η ανάγκη για ανανέωση σε πρόσωπα και ηλικίες δεν έχει να κάνει με την αδυναμία ή την ανικανότητα των μεγαλύτερων ή των έμπειρων πολιτικών να κυβερνήσουν ή να παράγουν ιδέες. Δεν θεωρούσα και δεν θεωρώ τους λεγόμενους επαγγελματίες πολιτικούς ή τους μεγαλύτερους εξ αυτών εκ προοιμίου και συλλήβδην «άχρηστους». Η αλλαγή πολιτικού προσωπικού επιβάλλεται από την ανάγκη να διατηρηθεί η συνεκτικότητα του κοινωνικού ιστού και να καλλιεργηθεί κλίμα αναδημιουργίας στη χώρα.
«Αφήστε τους σαραντάρηδες να κυβερνήσουν» της είπα. «Μην ξεχνάτε την δική σας ηλικία κατά την είσοδό σας στην πολιτική».

Το κομμάτι αυτό, της ανανέωσης σε ηλικίες και πρόσωπα, ήταν το «φαίνεσθαι» μιας διαδικασίας γέννησης ή μετεξέλιξης ενός πολιτικού φορέα. Έπρεπε αυτός ο φορέας να διακηρύξει την αταλάντευτη πίστη του στην αστική δημοκρατία, την σύνδεση της εθνικής με την ευρωπαϊκή πορεία, την δέσμευση για οικονομική ανάπτυξη με σκοπό την εξασφάλιση αισθήματος ασφάλειας και σταθερότητας στους πολίτες του, την διαύγεια σε κάθε πράξη της διοίκησης που αφορά τη διαχείριση χρήματος, την απλοποίηση του φορολογικού συστήματος, την πλήρη μηχανογράφηση της δημόσιας διοίκησης, τον εκσυγχρονισμό της πολιτικής, την εξάλειψη του μαύρου πολιτικού χρήματος, την εξασφάλιση αποκλειστικά δημόσιας και πραγματικά δωρεάν παιδείας για όλους, την μετατροπή της δικαιοσύνης από έναν αργόσυρτο γραφειοκρατικό μηχανισμό σε ένα θεσμό ταχείας απονομής δικαιοσύνης, την ανάδειξη του κράτους σε εγγυητή της κοινωνικής συνοχής και σε συντονιστή φορέων, ομάδων, πολιτών, αυτοδιοικήσεων. Την δημιουργία ενός πραγματικά κοινωνικού κράτους για αυτούς που το έχουν ανάγκη, τη δόμηση ενός ασφαλιστικού συστήματος στη βάση της ανταποδοτικότητας των εισφορών, την εξυγίανση και τον εξορθολογισμό των δαπανών στο σύστημα υγείας, τη μείωση του κράτους, την εγγύηση της καλής λειτουργίας της αγοράς κ.ά.

Μερικούς - λίγους - μήνες αργότερα, στην πρώτη μου ζωντανή επαφή με τη δημιουργία ξανά, συνάντησα πολλά από αυτά που είχα στο νου μου. Ήταν τότε που φώναξα «αυτό είναι». Την πάτησα παρά την εμπειρία μου. Σαν τους ταξιδιώτες στην έρημο που είναι έτοιμοι να ακολουθήσουν κάθε αντικατοπτρισμό αν και ξέρουν κατά βάθος ότι πρόκειται για τέτοιον, απλά και μόνο επειδή η ανάγκη για ελπίδα, για νερό, για επιβίωση είναι πολλές φορές δυνατότερη από τη λογική. Λίγες ημέρες μετά κατάλαβα ότι ένας καλός διαφημιστής λέει στο εκάστοτε κοινό του αυτό ακριβώς που θέλει να ακούσει, αλλά αν αναγκαστεί να μιλήσει λίγο περισσότερο, κανείς μπορεί να διακρίνει την πραγματική ποιότητα του ανθρώπου, τα πραγματικά του πιστεύω. Οι γενικεύσεις, η ευκολία στη χρήση χαρακτηρισμών, η έλλειψη συνοχής και συνέχειας σε απόψεις, η αστάθεια και η επίκληση της συγκυρίας ως δικαιολογίας για λάθη και παραλείψεις, ο εξοστρακισμός της αντίρρησης, το καθαρά αρχηγικό κομματικό προφίλ, οι ακραίες - μεμονωμένες μεν αλλά πολλές - θέσεις, το υπερφίαλο και αλαζονικό ύφος με οδήγησαν στην έξοδο μέσα σε τρεις εβδομάδες.
Κατέληξα, στις εκλογές του Μάη να στηρίξω με την ψήφο μου πολιτικό σχηματισμό ο οποίος έμοιαζε να είναι κοντά σε αυτά που πιστεύω ή τουλάχιστον να μην είναι μακριά από τη λογική μου.  Μετά τις εκλογές και στο όνομα μιας κάποιας «ενότητας» ή μιας αόριστης ανάγκης κοινοβουλευτικής έκφρασης, οι δυο φορείς αποφάσισαν την από κοινού κάθοδο στις εκλογές ευελπιστώντας στο 3%. Θα ανακαλύψουν ότι στην πολιτική αριθμητική, η πρόσθεση μπορεί να δώσει ως αποτέλεσμα, υπόλοιπο ή και πηλίκο.

Έτσι, βρέθηκα πολιτικά άστεγος για μια ακόμη φορά μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, αντιμέτωπος με μια κατάσταση η οποία μοιάζει με κακόγουστο αστείο που σκαρφίστηκε και εκτελεί παρανοϊκός εγκέφαλος.
Πολλές φορές, η ιστορία γράφεται από μικρές - καθημερινές αποφάσεις οι οποίες δημιουργούν τετελεσμένα και περιορίζουν την δυνατότητα της επόμενης απόφασης να κινηθεί ανατρεπτικά. Οδηγηθήκαμε στη σημερινή πολιτική - κοινωνική - οικονομική κατάσταση μετά από μια χρονικά μακριά πορεία η οποία όμως θα μπορούσε να είναι διαφορετική από την εκδήλωση της κρίσης και μετά.
Μετά την εκδήλωση της κρίσης η πολιτική ηγεσία κλήθηκε να πάρει σημαντικές αποφάσεις σε μια χρονική αλληλουχία που δεν είχε  συνηθίσει μέχρι τότε. Τα γεγονότα έτρεχαν πολύ γρήγορα, τα δεδομένα άλλαζαν επίσης ταχύτατα, το ίδιο και οι συσχετισμοί, οι συνιστώσες των προβλημάτων, οι μεταβλητές, ακόμα και οι άνθρωποι. Ασυνήθιστοι σε τέτοιους ρυθμούς, ασυνήθιστοι ακόμα και να παίρνουν αποφάσεις, πολύ μικροί μπροστά στο μέγεθος της ιστορικής ευθύνης, κατέληξαν κάθε φορά να οδηγούνται σε συμφωνίες που τελικά δεν τηρούσαν. Η στάση αυτή οδηγούσε τη χώρα στην επόμενη διαπραγμάτευση με περιορισμένο πεδίο πιθανών αποφάσεων πράγμα που τελικά μας έφερε στο τέλος στην επιβολή αποφάσεων που λαμβάνονταν χωρίς καμιά συμμετοχή μας. Το γεγονός αυτό από μόνο του, δεν κάνει τις αποφάσεις που έχουν ληφθεί λανθασμένες. Κάνει λανθασμένες τις επιλογές μας αναφορικά με τις πολιτικές ηγεσίες.
Στην πράξη τώρα, καταλήξαμε στις εκλογές του Ιουνίου να βιώνουμε διχασμούς όπως «μνημόνιο και αντιμνημόνιο» «ευρώ και δραχμή». Διλήμματα που αφαιρούν την πολιτική από τον πολιτικό διάλογο και που στην ουσία έχουν σκοπό να αναπαράγουν και να παγιώσουν εκείνες τις λογικές (και πρακτικές) που μας έφεραν στην κατάσταση την οποία βιώνουμε.
Προσωπικά, θα ήθελα τα κόμματα να απαντήσουν αν και κατά πόσο πιστεύουν στην ανάγκη να προχωρήσει η Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση με την δημιουργία υπερεθνικών δομών σε όλους τους τομείς, αρχής γενομένης από την οικονομία. Θα ήθελα να τοποθετηθούν κατά πόσο είναι έτοιμα να παραδώσουν μέρος της εξουσίας τους ή μέρος της εθνικής κυριαρχίας στο όνομα της ενωμένης Ευρώπης. Θα ήθελα να τοποθετηθούν κατά πόσο πιστεύουν ότι υπάρχει ανάγκη εκ βάθρων αλλαγής του τρόπου που ασκείται και η διοίκηση και η εξουσία στην Ελλάδα. Θα ήθελα από τα κόμματα να μου εκθέσουν τι εννοούν όταν λένε «ανάπτυξη» και τι θα κάνουν ώστε να έχουμε τέτοια.
Το γνωρίζω ότι συζήτηση σε αυτό το επίπεδο δεν θα δω. Αντ’ αυτού θα είμαι υποχρεωμένος να παρακολουθώ Λαφαζάνηδες και Δούρες, Παυλόπουλους και Δένδιες και ολίγον από Μπένι και την παρέα του, στην οθόνη με κλειστό τον ήχο και μουσική υπόκρουση από τσίρκο στον υπολογιστή μου. Κατάντια.
Από το 1981, όταν ψήφισα για πρώτη φορά, έχω χάσει μόνο μια εκλογική διαδικασία: μια δεύτερη Κυριακή δημοτικών εκλογών το 1982.  Τώρα; Τι θα κάνω;

Σάββατο, 2 Ιουνίου 2012

ΕΚΘΕΣΗ ΕΙΔΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ


ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ (2010-2012)

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Σε  μια  περίοδο  που  η  Πολιτεία  οφείλει  να πρωτοστατήσει  στην  αλλαγή  παρωχημένων νοοτροπιών δημιουργήθηκε το Υπουργείο Περιβάλλοντος Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής,  σε  μια  προσπάθεια  συγκερασμού  σε στενή συνεργασία των, φαινομενικά ετερόκλητων,  πεδίων του περιβάλλοντος, της ενέργειας και της δόμησης, που καθορίζουν την πορεία κάθε προσπάθειας προς την Αειφόρο Ανάπτυξη.
H Ειδική Γραμματεία Επιθεώρησης Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΕΓΕΠΕ), με τη σύσταση και συγκρότηση της (Ν. 3818/2010), από την πρώτη  στιγμή  της  δημιουργίας  του  ΥΠΕΚΑ, αποτέλεσε το άμεσο παράδειγμα του συγκερασμού  αυτού,  και  (μέσα  από  την  λειτουργία της)  βασικό εργαλείο στην αλλαγή της κατεστημένης  νοοτροπίας.  Ευτυχές  αποτέλεσμα υπήρξε η  θεμελίωση της ανάπτυξης κατανόησης και συνεργασίας μεταξύ των κλάδων, που μέχρι εκείνη τη στιγμή εφέροντο ανταγωνιστικά αντιμέτωποι.
Ταυτόχρονα, η σύσταση και συγκρότησή της σηματοδότησε, με ισχυρό μήνυμα, τη σημασία που αποδίδεται στον έλεγχο και στην επιθεώρηση, σε μια χώρα που παραδοσιακά πρωτοστατεί στο έλλειμμα της εφαρμογής της νομοθεσίας.
Η ρεαλιστική προσέγγιση για την επίτευξη της αειφόρου ανάπτυξης που επιδιώκουμε για μια βιώσιμη  οικονομική  ανάπτυξη  και  κοινωνική συνοχή με παράλληλη προστασία του περιβάλλοντος, προϋποθέτει καταρχήν μια συνειδητή στροφή προς βιώσιμα πρότυπα παραγωγής και κατανάλωσης.
Βασική συνιστώσα για τη διασφάλιση αυτής της αναγκαίας αλλαγής στο σύστημα αποτελεί η θέσπιση ικανών και ξεκάθαρων στόχων και κανόνων για κάθε τομέα πολιτικής, αλλά και η ενίσχυση του ελέγχου. Έτσι, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του το YΠΕΚΑ πρέπει πλέον να εγγυάται τον ολοκληρωμένο εθνικό και περιφερειακό σχεδιασμό, ο οποίος θα λαμβάνει υπόψη του, κατά κύριο λόγο, την ανάγκη για υψηλή προστασία του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας, την ορθολογική χρήση και διαχείριση των φυσικών πόρων, την εξοικονόμηση ενέργειας αλλά και την αποδοτική λειτουργία τόσο των κτιρίων όσο και των επιχειρήσεων, σε ένα υγιές, ασφαλές και ανταγωνιστικό περιβάλλον, σε αρμονική συνύπαρξη με την κοινωνία.
Ο ρόλος της Επιθεώρησης, αλλά και οι συντονιστικές αρμοδιότητες που αποδόθηκαν στην ΕΓΕΠΕ, παράλληλα με τις αρμοδιότητες των Υπηρεσιών που υπάγονται σε αυτήν, διαμόρφωσαν καινούργια δεδομένα στον τομέα των ελέγχων, σε τρεις πλέον βασικούς τομείς, στο Περιβάλλον, την Ενέργεια και τη Δόμηση.
Η επιτυχία της διεκπεραίωσης του ευρύτατου συντονιστικού ρόλου της Επιθεώρησης, αλλά και του ελεγκτικού ρόλου των Υπηρεσιών της, όπως ο νόμος απέδωσε στην ΕΓΕΠΕ, προϋποθέτει τη διαφάνεια, την ελεύθερη πρόσβαση των Πολιτών στην περιβαλλοντική πληροφορία και τη συμμετοχή, την ίση μεταχείριση των ελεγχόμενων και τις ισχυρές αρχές ορθής διοίκησης.
Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΓΕΠΕ ακολούθησε, χωρίς προκαταλήψεις και αγκυλώσεις, πρακτικές που συμβάλουν στην ανάδειξη ζητημάτων που ταλανίζουν την ελληνική κοινωνία.
Αναδεικνύεται έτσι, σταδιακά, ως ένας από τους βασικούς πυλώνες του ΥΠΕΚΑ, στο δρόμο προς την αειφόρο ανάπτυξη, που αποτελεί και τον κεντρικό άξονα των Πολιτειακών δεσμεύσεων.
Ειδικότερα, η ΕΓΕΠΕ είναι υπεύθυνη για την επίβλεψη και παρακολούθηση της εφαρμογής της περιβαλλοντικής και πολεοδομικής νομοθεσίας, αλλά και της ενεργειακής πολιτικής, κύρια  στον  κτιριακό τομέα,  τόσο  μέσω  των ελέγχων των Υπηρεσιών της, όσο και μέσω του  συντονισμού  όλων  των  Υπηρεσιών,  σε κεντρικό, περιφερειακό και επίπεδο ΟΤΑ, επιτυγχάνοντας,  σε  ικανοποιητικό  βαθμό,  την υλοποίηση  δράσεων  και  έργων  συμμόρφωσης.
Επιπλέον, μέσω της αρμόδιας εθνικής Αρχής για την εφαρμογή της οδηγίας για την περιβαλλοντική ευθύνη, η ΕΓΕΠΕ επιδιώκει και τη λήψη μέτρων πρόληψης και αποκατάστασης της  περιβαλλοντικής ζημιάς,  τα  οποία  υποχρεούνται να λάβουν οι φορείς εκμετάλλευσης δραστηριοτήτων που ρυπαίνουν καθιστώντας τους και οικονομικά υπεύθυνους.
Η ΕΓΕΠΕ συντόνισε ήδη μια σειρά ενεργειών τόσο σε θέματα θεσμοθέτησης, όσο και συμμόρφωσης  των  επιχειρήσεων  στην  κείμενη περιβαλλοντική νομοθεσία καθώς και αποκατάστασης της  περιβαλλοντικής ζημιάς, αλλά και  συμμόρφωσης στους  εθνικούς ενεργειακούς  στόχους  για  την  ενεργειακή  απόδοση των κτιρίων.
Ειδικότερα, η ΕΓΕΠΕ ολοκλήρωσε το θεσμικό έργο για τη σύσταση και συγκρότηση των νέ- ων Ειδικών Υπηρεσιών Επιθεώρησης & Κατεδάφισης Αυθαιρέτων, Επιθεωρητών Ενέργειας και Δόμησης, καθώς και του αυτόνομου Συντονιστικού Γραφείου Αντιμετώπισης της Περιβαλλοντικής Ζημιάς, που υπάγονται σε αυτήν,  και  προχώρησε  στη  στελέχωσή  τους, προκειμένου  να  ανταποκριθούν  άμεσα  στο ρόλο και τις αρμοδιότητες που τους έχουν ανατεθεί.
Καθόρισε στόχους για κάθε μία από τις Υπηρεσίες της, αλλά και το βασικό πλαίσιο και τη φιλοσοφία της λειτουργίας τους, ώστε να ανταποκριθούν στον ιδιαίτερα απαιτητικό τους ρόλο, ενώ παράλληλα ενίσχυσε τη συνέργεια μεταξύ  τους,  συνδέοντας  τα  ζητήματα  περιβάλλοντος με αυτά της ενέργειας και της δόμησης.
Παρά το γεγονός ότι το έργο της ΕΓΕΠΕ έρχεται, συχνά, αντιμέτωπο με διαφορετικά συμφέροντα και με δυνάμεις που αντιστρατεύονται την αειφόρο ανάπτυξη, η ΕΓΕΠΕ βασίζει την αποτελεσματικότητά της στη διαμόρφωση ευρύτατων κοινωνικών συναινέσεων και συμμαχιών, ενθαρρύνοντας την ενεργοποίηση των πολιτών και των κοινωνικών δυνάμεων, ώστε τα   κρίσιμα   ζητήματα   να   αντιμετωπίζονται συλλογικά και με τον πρέποντα δυναμισμό.
Η  ΕΓΕΠΕ,  ως  εκ  τούτου,  κινητοποιεί  ή/και συμμετέχει ενεργά στο διάλογο που έχει αναπτύξει το ΥΠΕΚΑ με την κοινωνία των πολιτών και  στηρίζει  τις  θετικές  προσπάθειες  που συμβάλλουν στην ουσιαστική ενημέρωση και τη συμμετοχή του πολίτη, καθώς αποτελεί την βασική προϋπόθεση που τον καθιστούν ενερ- γό, επιδιώκοντας την κατοχύρωση μιας διαρκούς, αμφίδρομης σχέσης εμπιστοσύνης.
Μαργαρίτα Καραβασίλη
Ειδική Γραμματέας Επιθεώρησης
Περιβάλλοντος & Ενέργειας
ΥΠΕΚΑ

Ολόκληρη την έκθεση μπορείτε να βρείτε και να διαβάσετε εδώ: