Κυριακή, 12 Σεπτεμβρίου 2010

Τα χρίσματα που καίνε

Αν υπάρχει μια αδιαμφισβήτητη βεβαιότητα τον Σεπτέμβρη του 2010 στην Ελλάδα είναι ότι κάτι (ποσοτικά) μεγάλο γκρεμίστηκε. Το μαρτυρούν κραυγαλέα τα ερείπια που παρατηρεί κανείς γύρω του καθώς και η αστεία αιώρηση στο κενό μερικών «ινστιτούτων» του παρελθόντος που νομίζουν ότι έχουν σωθεί ή ελπίζουν να γλιτώσουν. Η πτώση των τελευταίων ίσως είναι η πιο επώδυνη.
Το να κάνεις εκλογές μέσα σε ένα τέτοιο τοπίο είναι λίγο σαν να περπατάς σε ναρκοπέδιο και απαιτεί ιδιαίτερες ικανότητες. Ικανότητες που ούτε τα πολιτικά στελέχη πρώτης γραμμής των κομματικών επιτελείων δείχνουν να έχουν (τουλάχιστον αυτά που ασχολούνται με τις επερχόμενες εκλογές στην αυτοδιοίκηση) ούτε η πλειοψηφία των προβεβλημένων υποψηφίων σε αυτές. Το όλο σκηνικό αποκτά ίσως σουρεαλιστικές διαστάσεις αν αναλογιστεί κανείς ότι οι νέοι άρχοντες θα διοικήσουν σε ένα νέο γεωγραφικό τοπίο με ένα εντελώς διαφορετικό νομοθετικό πλαίσιο σε μια συγκυρία πρωτόγνωρη, δύσκολη με πρωτοφανείς προκλήσεις.
Έχει ειπωθεί από πολλούς ότι η τοπική αυτοδιοίκηση ήταν ο χώρος στον οποίο η διαφθορά και η καταπάτηση της έννοιας της νομιμότητας πήρε τρομακτικές διαστάσεις και είναι ακριβώς έτσι. Αν λοιπόν κανείς έχει συνειδητοποιήσει την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στη χώρα και επιθυμεί την έξοδο από αυτήν με τέτοιο τρόπο ώστε το μέλλον να είναι καλύτερο, το πρώτο που θα πρέπει να κάνει είναι να αποκοπεί εντελώς από το παρελθόν, ειδικά σε ότι αφορά πρόσωπα και πολιτικές που συνέβαλαν στην καταστροφή.
Αυτά όμως είναι ευχές και ελπίδες που ουδεμία ή ελάχιστη σχέση έχουν με την πολιτική πρακτική. Τα κόμματα επιλέγουν υποψήφιους τώρα και οι πολίτες καλούνται να αποφασίσουν σε λιγότερο από 2 μήνες. Εκτός από το ΚΚΕ που ουσιαστικά διορίζει υποψήφιους και λειτουργεί ανεξάρτητα από την πολιτική επικαιρότητα, σε όλους τους άλλους κομματικούς χώρους υπήρξαν μικρότερα η μεγαλύτερα προβλήματα με σοβαρότερα αυτά στο μόρφωμα που ονομάζεται ΣΥΡΙΖΑ. Η περίπτωση ΣΥΡΙΖΑ όμως δεν μπορεί να αποσχολήσει καμια σοβαρή πολιτική ανάλυση. Άλλες επιστήμες πρέπει να ασχοληθούν με αυτή.
Ιδιαίτερης μνείας χρήζει η περίπτωση του κυβερνώντος κόμματος. Είχε την ωριμότητα να προβεί σε μια εκ βάθρων αλλαγή του τοπίου στον αυτοδιοικητικό χώρο, είχε τη βούληση να βάλει νέους κανόνες, να διαγράψει νέα πορεία κόντρα σε όλες τις προβλέψεις και κόντρα σε κατεστημένες νοοτροπίες. Το έκανε με απόλυτη επιτυχία! Περίμενε κανείς να δείξει την ίδια ωριμότητα και ανάλογου επιπέδου πολιτική κρίση στη διαδικασία υλοποίησης της πολιτικής του. Φευ!

Σε συγκυρίες σαν αυτή που ζούμε, η πλειοψηφία των ανθρώπων αργεί να «ξεκινήσει» μια νέα πορεία προς τα μπρος. Στέκεται για καιρό στα ερείπια της καταστροφής και περιφέρεται ανάμεσα στην αυτολύπηση, την οργή κατά πάντων και ειδικά κατά των εξουσιών, το κλάμα. Είναι ίδιο της ανθρώπινης φύσης αυτό. Λίγοι θα βρεθούν οι οποίοι θα αποφασίσουν να «καταπιούν» την τραγωδία και να στρέψουν το βλέμμα τους στο αύριο. Είναι επίσης ίδιο της φύσης μετά από λίγο, σταδιακά αυτούς τους λίγους να αρχίσουν να τους ακολουθούν και άλλοι ώσπου όλοι να επανέλθουν. Νόμος της επιβίωσης.
(Ανάμεσα σε αυτούς οι οποίοι «βλέπουν μπροστά» υπάρχουν μερικοί οι οποίοι αυτό που θέλουν και επιδιώκουν είναι να χτίσουν ένα αντίγραφο αυτού που γκρεμίστηκε. Είναι οι πιο επικίνδυνοι. Υπάρχουν βέβαια και εκείνοι που ξέρουν ότι δεν λύνεις προβλήματα με τις μεθόδους που τα δημιούργησαν).
Τον Νοέμβρη, την εποχή που ο κόσμος θα είναι στις κάλπες, το τοπίο θα είναι μέσα στη σκόνη της καταστροφής καθώς θα εξακολουθεί ο κόσμος γύρω μας να γκρεμίζεται και μάλιστα με πάταγο. Αφού λοιπόν όλοι σχεδόν θα είναι κατά των εξουσιών, σε τι προσβλέπει το κυβερνών κόμμα και ακολούθησε την πεπατημένη στην διαδικασία επιλογής των υποψηφίων και στην χρισματοδότηση;
Δεν θα μπορούσε να καταθέσει ένα αυτοδιοικητικό μανιφέστο στο οποίο θα περιέγραφε σε αδρές γραμμές τα χαρακτηριστικά ενός ιδανικού υποψήφιου δημάρχου ή περιφερειάρχη αλλά και το πλαίσιο διοίκησης ενός δήμου ή περιφέρειας και στο τέλος να καλέσει τους ψηφοφόρους του να επιλέξουν αυτόν που πλησιάζει περισσότερο σε αυτή την εικόνα;
Περίμενα από το ΠΑΣΟΚ αυτή την τόλμη γιατί κάποιοι έδειξαν ότι τολμούν. Φαίνεται όμως ότι επικράτησαν στις τελικές επιλογές όσοι θέλουν να αναπαράγουν ακριβώς το σύστημα που μας οδήγησε στις με αβέβαιη έκβαση και επώδυνες για την συντριπτική πλειοψηφία του λαού και της πατρίδας περιπέτειες. Με τον τρόπο αυτό μπορεί τελικά να «καούν» και επιλογές που κάτω από άλλες συνθήκες θα ήταν ιδανικές. 

Παρασκευή, 10 Σεπτεμβρίου 2010

Όλα είναι ζήτημα παιδείας και άλλα βαυκαλιστικά....

  • Στην Ελβετία κανείς δεν πετά χαρτάκι στο δρόμο!
  • Στη Γερμανία κανείς δεν παρκάρει στα πεζοδρόμια!
  • Στην Ολλανδία, αυτό, στην Αυστρία το άλλο, στο Βέλγιο το τρίτο κ.ο.κ.
Στην Ελλάδα γιατί ο καθένας παρκάρει στα πεζοδρόμια, τρέχει στους πεζόδρομους με το μηχανάκι, πετάει τα σκουπίδια από τον δεύτερο, αφήνει τα μπάζα του προσεκτικά έξω από τη μάντρα του σπιτιού σου, χτίζει όπως θέλει, κάνει ότι νομίζει;
Όλοι οι Έλληνες ανεξαιρέτως έχουν κάνει αυτή τη συζήτηση και σίγουρα περισσότερο από μια φορά. Σχεδόν όλοι οι οι Έλληνες απορούν και εξίστανται με την αδιανόητη και ακατανόητη αυτή συμπεριφορά (λέω σχεδόν όλοι γιατί δεν θέλω να είμαι απόλυτος αλλά πρακτικά όλοι οι Έλληνες έχουν κάνει αυτή την συζήτηση και έχουν καταδικάσει τις συγκεκριμένες αλλά και άλλες παρόμοιες συμπεριφορές). Σχεδόν όλες επίσης οι σχετικές συζητήσεις καταλήγουν στο ίδιο βαρετό συμπέρασμα: ότι μια από τις κυριότερες αιτίες για τις συμπεριφορές αυτές είναι η “έλλειψη παιδείας”. Δεν διακρίνετε μιαν αντίφαση στα παραπάνω; Το οξύμωρο δεν είναι προφανές; Αν όλοι κατακρίνουμε τις πρακτικές αυτές τότε ποιοι παρκάρουν στον πεζόδρομο; ποιοι πετούν τα σκουπίδια στο δρόμο; Μήπως έρχονται Τούρκοι και Ισπανοί πράκτορες κι αδειάζουν κρυφά σκουπίδια σε παράνομες χωματερές; Μήπως είναι σχέδιο κάποιων να πλήξουν το έθνος στον πυρήνα της ύπαρξής του; Αν όλοι πιστεύουμε ότι είναι “ζήτημα παιδείας” πά να πει ότι έχουμε προσλάβει ικανή ποσότητα παιδείας ώστε να το διαπιστώσουμε. Πόση ακόμα χρειάζεται για να μην παρανομούμε και να μην πληγώνουμε το τόπο και την αξιοπρέπειά μας;
Ας αφήσουμε το παραμύθι κυρίες και κύριοι κι ας μην κρύβουμε τις πληγές μας κάτω από κοινοτοπίες κενές περιεχομένου και ουσίας. Κάνουμε όσα κάνουμε γιατί μπορούμε! Τέλος. Φινίτο. Μπορούμε γιατί δεν υπάρχει έλεγχος! Γιατί ακόμα και αυτοί οι ελεγκτικοί μηχανισμοί στην πλειονότητα των περιπτώσεων κάνουν τα στραβά μάτια μπροστά στις παρανομίες. Και το κάνουν γιατί γίνονται ταυτόχρονα και δικαστές και αποφασίζουν ότι η παρανομία που διαπίστωσαν είναι μικρή η ανάξια λόγου. Το κάνουν γιατί ο παράνομος είναι μπατζανάκης, γνωστός που χτες τους κέρασε μια μπίρα, άγνωστος που τη στιγμή του ελέγχου τους κερνάει ένα εκατόευρο “για μια κοκακολα στην υγειά μου βρε αδερφέ”.
Το κάνουν γιατί μπορούν! Γιατί ΚΑΝΕΙΣ δεν θα τους ζητήσει το λόγο. Κανείς δεν θα τους πει να μην χτίσουν τη μάντρα τους 1 μέτρο έξω από την οικοδομική γραμμή! Γιατί; Γιατί δεν είμαστε ρουφιάνοι! Αυτή είναι η άλλη μεγάλη εθνική μπαρούφα των δημοκρατών! “Δεν είμαι ρουφιάνος εγώ”! Ναι, δεν λέω. Ηλίθιος όμως; Γιατί στο κοινωνικό σύνολο κάνει κακό ο παρανομών, κύριε. Γιατί οι ελεγκτικοί μηχανισμοί δεν επαρκούν, κύριε και επειδή το Σύνταγμα θεωρεί υποχρέωσή σου την διαφύλαξη του νόμου και της τάξης! Έχεις υποχρέωση λοιπόν φίλε δημοκράτη που δεν “είσαι ρουφιάνος” να μεριμνήσεις για την εφαρμογή των νόμων! Κι αν το εντεταλμένο ελεγκτικό όργανο δεν κάνει τη δουλειά του, έχεις υποχρέωση να το ελέγξεις! Γιατί αυτό κάνει ο Πολίτης με Π κεφαλαίο. Ελέγχει την εξουσία ΕΜΠΡΑΚΤΑ και μεριμνά για την τήρηση των Νόμων.
Ας αφήσουμε λοιπόν τις όμορφες αλλά κενές μεγαλοστομίες κι ας αλλάξουμε τροπάριο και βήμα γιατί ΑΚΟΜΑ δεν είναι αργά...

Το γράμμα το 'στειλε Ο τσούχτρας....

Δευτέρα, 6 Σεπτεμβρίου 2010

Παλιά προβλήματα – Νέες αντιλήψεις Μέρος 2ο

Στο πρώτο μέρος είχαμε αναφερθεί στα προβλήματα που προκύπτουν στην προσπάθεια επεξεργασίας λυμάτων και είχαμε περιγράψει σε αδρές γραμμές τη νέα φιλοσοφία που διέπει πλέον τη διαδικασία μελέτης – κατασκευής συστημάτων επεξεργασίας βιομηχανικών λυμάτων.
Τι συμβαίνει όμως εκτός βιομηχανίας; Πως μπορούμε να αντιμετωπίσουμε σύγχρονες προκλήσεις στον χώρο των αστικών λυμάτων;
Ας δούμε με μια ματιά τι θα χρειαστεί να κάνει ένας νεοσύστατος και χρεωμένος από τη γέννησή του Καλλικρατικός Δήμος ο οποίος εμπίπτει στις Ευρωπαϊκές Οδηγίες περί οικισμών μεταξύ 2 και 5 χιλιάδων κατοίκων στον οποίο οι υποδομές αποχέτευσης ή επεξεργασίας αποβλήτων απουσιάζουν παντελώς ή είναι υποτυπώδεις.
Υπάρχουν δυο δρόμοι: Ή θα κατασκευάσει μια μονάδα επεξεργασίας λυμάτων επειδή βρήκε πηγές χρηματοδότησης, χωρίς όμως να έχει αποχετευτικό δίκτυο, ή θα ξεκινήσει να κατασκευάζει αποχετευτικό δίκτυο με την ελπίδα να το ολοκληρώσει και να προχωρήσει έγκαιρα στην κατασκευή μονάδας επεξεργασίας αποβλήτων.
Στην πρώτη περίπτωση, οι επαγγελματίες του χώρου και οι αυτοδιοικητικοί γνωρίζουν ότι έχει ήδη συμβεί αρκετές φορές στο παρελθόν, το πιθανότερο είναι οι εγκαταστάσεις και ο εξοπλισμός να χρειάζονται ολοκληρωτική αντικατάσταση όταν και αν κληθούν να λειτουργήσουν.
Στην δεύτερη, θα ξοδευτούν τεράστιες ποσότητες χρημάτων, επειδή ακριβώς το έργο θα κατασκευαστεί τμηματικά και θα χαθούν τα οικονομικά οφέλη της κλίμακας, και σχεδόν με βεβαιότητα το έργο δεν θα είναι έγκαιρα έτοιμο. Το αποτέλεσμα θα είναι ο δήμος να “βουλιάξει” περισσότερο στα χρέη και να υποθηκεύσει είτε το μέλλον των δημοτών του είτε το μέλλον της ίδιας της χώρας.
Αν κανείς προσπαθήσει να απεμπλακεί από τη λογική της μέχρι τώρα λύσης στο ζήτημα της επεξεργασίας αποβλήτων θα δει ότι υπάρχουν τρόποι σε ορισμένες περιπτώσεις να αποφύγουμε την σπατάλη δημόσιου χρήματος και να έχουμε το ίδιο, ίσως και καλύτερο αποτέλεσμα στην ποιότητα του νερού, των εδαφών, της υγιεινής μιας περιοχής.
Ας υποτεθεί προς στιγμή ότι μπορεί να αντικατασταθεί η έννοια της κεντρικής επεξεργασίας των λυμάτων από την παλιά καλή έννοια της αποκέντρωσης. Με την υιοθέτηση και μόνο της υπόθεσης, μερικές λύσεις γίνονται περισσότερο από εμφανείς. Σκεφθείτε ένα σύστημα επεξεργασίας λυμάτων από το οποίο έχουμε αφαιρέσει τα αποχετευτικό δίκτυο και το έχουμε αντικαταστήσει από μικρές ατομικές μονάδες επεξεργασίας λυμάτων. Οι μονάδες βιολογικής επεξεργασίας λυμάτων μικρής κλίμακας δεν είναι κάτι καινούργιο για όσους ασχολούνται με οποιονδήποτε τρόπο σε αυτό τον τομέα. Μονάδες που μπορούν να εξυπηρετήσουν από δύο έως και 150 άτομα ισοδύναμου πληθυσμού κυκλοφορούν ήδη στο εμπόριο. Στο βαθμό που οι τιμές τους δεν είναι ανταγωνιστικές, αυτό οφείλεται ακριβώς στη μικρή έως μηδενική διείσδυσή τους στην αγορά.
Σε ένα αποκεντρωμένο λοιπόν σύστημα επεξεργασίας αποβλήτων, κάθε σπίτι (η μικρή ομάδα σπιτιών) μπορεί να έχει το δικό της “βιολογικό”, μια μικρή μονάδα επεξεργασίας αποβλήτων η οποία μπορεί να δίνει από ικανοποιητικά έως άριστα αποτελέσματα. Το νερό που εξέρχεται από την συγκεκριμένη μονάδα μπορεί να έχει διάφορες ποιότητες που ο Δήμος η Πολιτεία θα καθορίζει κάθε φορά και μπορεί να χρησιμοποιηθεί για υπεδάφια ή ακόμα και για επιφανειακή άρδευση. Η συγκεκριμένη μονάδα χρειάζεται να εκκενωθεί μια φορά το χρόνο, ίσως και αραιότερα. Τα – ιδιαίτερα επιβαρυμένα σε οργανικό φορτίο αλλά περιορισμένης ποσότητας – λύματα αυτά, μπορούν να μεταφερθούν σε μια υπάρχουσα μονάδα επεξεργασίας αποβλήτων ή να κατασκευαστεί μια μονάδα υποδοχής και επεξεργασίας βοθρολυμάτων. Σε κάθε περίπτωση, το κόστος κατασκευής ή η απαιτούμενη έκταση αλλά και το κόστος λειτουργίας μειώνονται δραματικά.
Αυτός ο τρόπος αντιμετώπισης και επίλυσης του προβλήματος είναι κομμάτι της Νέας Φιλοσοφίας. Τα πλεονεκτήματα μιας τέτοιας προσέγγισης είναι προφανή και δεν έχουν να κάνουν μόνο με την εξοικονόμηση πολύτιμων χρηματικών πόρων σε καιρούς δραματικά δύσκολους.
Βέβαια, ένα τέτοιο μοντέλο δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί παντού ούτε λύνει όλα τα προβλήματα. Εδώ επανερχόμαστε στην ευθύνη του μελετητή – κατασκευαστή. Η επιλογή της αποκεντρωμένης μεθόδου θα πρέπει να γίνεται από υπεύθυνους απέναντι στο νόμο μελετητές ή από μια ανεξάρτητη, ενήμερη και επιστημονικά άρτια αυτοδιοίκηση η οποία να αιτιολογεί επαρκώς και να φέρει ακέραια την ευθύνη της επιλογής της.
Από την άλλη, προβλήματα παρουσιάζονται και σε μονάδες σε πλήρη ανάπτυξη και λειτουργία. Προβλήματα που σχετίζονται συνήθως με υπερπαραγωγή και διάθεση της λάσπης των βιολογικών ή με αστοχίες στο σχεδιασμό. Η ολοκληρωμένη και απαλλαγμένη από επιστημονικά στερεότυπα αντιμετώπιση της κάθε περίπτωσης είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα βρει και θα δώσει λύσεις εφόσον η τεχνολογία υπάρχει, είναι διαθέσιμη και προσιτή. Λύσεις που τις περισσότερες φορές υπάρχουν είναι εφικτές, πραγματοποιήσιμες και οικονομικά συμφέρουσες.
Για όλα τα παραπάνω, πέρα από την αλλαγή νοοτροπίας πολιτικών και υπηρεσιακών παραγόντων, πέρα από την αναθεώρηση του τρόπου αντιμετώπισης των προβλημάτων από την μελετητική και επιστημονική κοινότητα, απαιτείται προσαρμογή και εκσυγχρονισμός του νομοθετικού πλαισίου. Αν δεν θέλουμε να αυτοσχεδιάσουμε, ας ακολουθήσουμε το δρόμο που χάραξαν άλλοι πριν από εμάς

Σάββατο, 4 Σεπτεμβρίου 2010

Παλιά προβλήματα – Νέες αντιλήψεις Μέρος 1ο

Η κοινή γνώμη ονομάζει “βιολογικό” κάθε μονάδα επεξεργασίας υγρών αποβλήτων και, δυστυχώς, αυτήν τη λανθασμένη, αμφιμονοσήμαντη αντιστοίχιση την υιοθετούν πολιτικοί, διοικητικοί παράγοντες, επαγγελματίες του χώρου του περιβάλλοντος και μέρος της επιστημονικής κοινότητας.
Η κοινή γνώμη, ορισμένη με τις ανωτέρω προσθήκες βέβαια, ταυτίζει επίσης την επεξεργασία αποβλήτων, από άποψη εγκαταστάσεων, με εκτάσεις γεμάτες τεράστιες, τσιμεντένιες δεξαμενές και πολύπλοκα μηχανήματα, που περιστρέφονται, αναδεύουν, αερίζουν, καθαρίζουν και, οπωσδήποτε, μυρίζουν. Μυρίζουν πολύ και μυρίζουν άσχημα. Γι' αυτό τις χωροθετούν στα περιθώρια της πόλης, σε υποβαθμισμένες περιοχές, τις οποίες με αυτό τον τρόπο “βουλιάζουν” ακόμα βαθύτερα στην υποβάθμιση.
Για να “φτάσουν” τα απόβλητα σε αυτά τα φαραωνικά εργοστάσια, απαιτείται η κατασκευή ενός δαιδαλώδους και τεράστιου δικτύου υπόγειων αγωγών, οι οποίοι μεταφέρουν από κάθε σπίτι, κτίριο, επιχείρηση, βιοτεχνία, μικρή βιομηχανία ή ακόμα και δρόμο, τα απόβλητα στην κεντρική μονάδα. Το έργο της κατασκευής του αποχετευτικού δικτύου, ειδικά στις μεγάλες πόλεις, είναι τεράστιο, πολυδάπανο στην κατασκευή και τη συντήρησή του.
Φυσικά, πολυδάπανη ειναι και η λειτουργία και συντήρηση της κεντρικής μονάδας επεξεργασίας λυμάτων, του “βιλογικού”, όπως τον είπαμε παραπάνω. Χρειάζεται προσωπικό, καταναλώνει μεγάλες ποσότητες ενέργειας, απαιτεί τακτική και συχνή συντήρηση και παρακολούθηση, είναι ευπαθής σε “έκτακτα περιστατικά”.
Το τεράστιο κόστος κατασκευής, διαχείρισης λειτουργίας και συντήρησης μιας κεντρικής μονάδας επεξεργασίας αποβλήτων, αλλά και του δικτύου της, καλείται να το πληρώσει το κοινωνικό σύνολο μέσα από τα δημοτικά τέλη και τα τέλη χρήσης υπονόμων. Για αναλογικότητα ούτε λόγος καθώς, ούτε η κατανάλωση νερού από μόνη της, ούτε τα τετραγωνικά μέτρα του οικήματος ή της εγκατάστασης, είναι κριτήριο παραγωγής λυμάτων.
Τα παραπάνω γίνονται εντονότερα σε ιδιαίτερες περιπτώσεις, όπως αυτή του Ασωπού, όπου ακούγεται ότι θα κατασκευαστεί κεντρική μονάδα υποδοχής και επεξεργασίας όλων των λυμάτων, αστικών και βιολογικών. Η δέσμευση ότι οι βιομηχανίες θα προεπεξεργάζονται τα αποβλητά τους σε κάποιο βαθμό δεν γνωρίζω αν αλλάζει τίποτα καθώς δεν έχει ανακοινωθεί ο τρόπος ελέγχου τόσο της μεθόδου προεπεξεργασίας όσο και του αποτελέσματος αυτής. Σε κάθε όμως περίπτωση, δεν καταστρατηγείται η πολυδιαφημισμένη αρχή “ο ρυπαίνων πληρώνει”;
Παρόμοια ερωτήματα τέθηκαν εδώ και δεκαετίες σε χώρες που, στο ζήτημα της επεξεργασίας των αποβλήτων, βρίσκονται μερικά χρόνια μπροστά από εμάς, και δόθηκαν απαντήσεις. Έτσι, η βιολογία των εγκαταστάσεων βελτιώθηκε, σε βοήθειά της προσέτρεξαν και η φυσική και η χημεία και η μηχανική, οι απαιτούμενες εκτάσεις για τις εγκαταστάσεις περιορίστηκαν, η όχληση των περιοίκων πρακτικά εκμηδενίστηκε. Ταυτόχρονα άλλαξε η φιλοσοφία αντιμετώπισης των λυμάτων.
Ας δούμε για παράδειγμα την αλλαγή της φιλοσοφίας στη βιομηχανία:
Μέχρι σήμερα ο μελετήτης (θα έπρεπε να) εξετάζει τις διάφορες φάσης της παραγωγής, να αθροίζει τα παραγόμενα λύματα σε ποσότητες και ποιότητες, να γνωρίζει τις απαιτήσεις του νόμου στην έξοδο και με βάση αυτά τα δεδομένα να σχεδιάζει την μονάδα επεξεργασίας λυμάτων.
Ο κατασκευαστής, στη συνέχεια, κατασκευάζει τις απαιτούμενες μονάδες π.χ. εσχαρισμού, ελαιοδιαχωρισμού, καθίζησης,, αερισμού κ.τ.λ. ώστε το τελικό προϊόν να είναι, όσο το δυνατόν, πλησιέστερα σε αυτό που ονομάζουμε “καθαρό νερό”.
Η “Νέα Φιλοσοφία” απαιτεί την ολοκληρωμένη θεώρηση των παραγωγικών διαδικασιών έτσι ώστε ή να μηδενισθεί ή να περιορισθεί στο ελάχιστο η παραγωγή ρύπων σε κάθε γραμμή παραγωγής και στο εργοστάσιο σαν σύνολο. Συνηθίζουμε να λέμε ότι τα δικά μας σκουπίδια μπορεί να είναι πολύτιμα για κάποιον άλλον. Με την ίδια λογική και αναλογικά το ίδιο ισχύει πολλές φορές και στη βιομηχανική παραγωγή. Έτσι, σε μια ποσότητα λυμάτων μπορεί να εμπεριέχονται σημαντικές ποσότητες πρώτων υλών, οι οποίες μπορούν να ανακτηθούν και να επαναχρησιμοποιηθούν. Ακόμα κι αν κάποιες ύλες δεν αφορούν την υπό μελέτη βιομηχανία, μπορούν να είναι χρήσιμες σε κάποια άλλη. Σε κάθε περίπτωση, η “Νέα Φιλοσοφία” στη μελέτη στο σχεδιασμό και την εγκατάσταση επεξεργασίας αποβλήτων επιδιώκει τη μείωση - που μπορεί να οδηγήσει ως το μηδενισμό – της παραγωγής αποβλήτων, έχοντας πάντα υπόψη ότι, η όποια ανάκτηση ή επαναχρησιμοποίηση υλικών, θα πρέπει να επιδιώκεται στο βαθμό που και ο νόμος να υπηρετείται και η κερδοφορία της επιχείρησης να μην επηρεάζεται. Αυτό ίσως να ακούγεται οξύμωρο, αλλά κρατήστε το, θα το χρειαστούμε στη συνέχεια του άρθρου.
Η Νέα Φιλοσοφία δεν κρατά “αυτοτελείς” από πλευράς αντιμετώπισης ή επεξεργασίας τις γραμμές παραγωγής αλλά τις βλέπει σαν μέρη ενός συνόλου. Επιδιώκει τη μεγιστοποίηση του οφέλους τόσο από την κάθε μια, ανεξάρτητη γραμμή παραγωγής, όσο και από τη συνέργια όλων. Έτσι, όταν πολλές φορές παρά την επιθυμία μας, είτε δεν μπορούμε είτε δεν καταφέρνουμε να μηδενίσουμε την παραγωγή αποβλήτων, τότε είναι απαραίτητο να σχεδιάσουμε και να κατασκευάσουμε μια κεντρική, σε επίπεδο εργοαστασίου, μονάδα. Ακόμα και σ' αυτήν την περίπτωση επιλέγουμε, άν και σε ποιό επίπεδο επεξεργασίας θα συναντήσει την κεντρική μονάδα η κάθε γραμμή παραγωγής. Επιδίωξη είναι να περιοριστούν στο ελάχιστο οι απαιτήσεις σε εξοπλισμό, έκταση, κατανάλωση ενέργειας και προσωπικό.
Στην έξοδο μια τέτοιας διαδικασίας πρέπει να έχουμε την υψηλότερη δυνατή ποιότητα νερού, ώστε να ικανοποιούνται οι σημερινές απαιτήσεις της νομοθεσίας και να υπάρχουν τα περιθώρια προσαρμογών, εάν η νομοθεσία αλλάξει προς το αυστηρότερο, στο μέλλον. Άραγε, μπορεί αυτό να επιτευχθεί; Λογικά - και δεν γνωρίζω γιατί αυτό δεν συμβαίνει μέχρι σήμερα - όταν πρόκειται για σημαντικές επενδύσεις ή μεγάλες βιομηχανικές μονάδες, σε συνδυασμό με την κλίμακα της περιοχής, τόσο ο μελετητής όσο και οι επενδυτές, θα έπρεπε να επιδιώκουν τη συνεργασία με τοπικές ή και ευρύτερης επιρροής περιβαλλοντικές ομάδες πολιτών. Έτσι, οι διαφανείς διαδικασίες μελέτης, κατασκευής και παρακολούθησης εξασφαλίζουν – μαζί με τους ελέγχους από την πολιτεία – την υγεία, την προστασία του περιβάλλοντος και την ποιότητα ζωής σε μια περιοχή.
Αυτό, τέλος, που δίνει αίσθημα ασφαλείας στον επενδυτή – ιδιοκτήτη απέναντι στην πολιτεία και τον κοινωνικό έλεγχο είναι η ανάληψη του μεριδίου ευθύνης που αναλογεί από τον μελετητή και τον κατασκευαστή του συστήματος, κάτι που μέχρι σήμερα δεν συνέβαινε, τουλάχιστον όχι νομικά. Έτσι, εαν η επεξεργασία αστοχήσει όχι από υπαιτιότητα του εργοστασίου, να υπάρχει αστική ευθύνη του μελετητή – κατασκευαστή. Με άλλα λόγια, ο μελετητής ή κατασκευαστής να υποχρεούται στην παροχή εγγύησης αποτελεσματικής λειτουργίας του συστήματος που μελέτησε, σχεδίασε ή κατασκεύασε.