Παρασκευή, 9 Απριλίου 2010

Ο Δρόμος του Χρήματος

Το παρόν αποτελεί μέρος διηγήματοςτο οποιο θα δημοσιευθεί ολόκληρο κάποτε στο μέλλον

Σταμάτησε στη μέση της σκάλας, κρατήθηκε στην κουπαστή και προσπάθησε ν’ ανασάνει. «Καταραμένη ζέστη» σκέφτηκε, όσο έδιωχνε τον ιδρώτα που κυλούσε στα μάτια του με την ανάποδη του χεριού του. Δεν ήταν συνηθισμένη τέτοια ζέστη τέλος Μάρτη. Βρήκε μέρα να του χαλάσει κι ο κλιματισμός στο υπηρεσιακό… την ώρα που άφηνε πίσω του το κτίριο της περιφέρειας - 12:39 έδειχνε το ρολόι στο ταμπλό - κι είπε να πάρει τηλέφωνο τον δικό του να τον ενημερώσει για τα καθέκαστα. Μιάμιση ώρα, τόσο διήρκεσε το ταξίδι της επιστροφής, του φάνηκε μαρτύριο δίχως τέλος. Τσιγάρα, τηλεφωνήματα, φωνές και το γαμημένο το κλιματιστικό να τον έχει προδώσει. «Θα δεις ότι και το ασανσέρ δεν θα δουλεύει», μονολόγησε – σαν σφύριγμα ακούστηκε – κάνοντας μια τελευταία προσπάθεια να σύρει τα 139 κιλά του ως την είσοδο. «Το φτιάξαμε κύριε Διευθυντά»,άκουσε μια φωνή σχεδόν δίπλα του. Γύρισε αργά. Ένας μαλάκας, καινούργιος, από τη Διεύθυνση Περιβάλλοντος. Ένα γλειφτρόνι του κερατά που δεν ήξερε που παν’ τα τέσσερα. Γύρισε πάλι προς το ασανσέρ με μια γκριμάτσα αηδίας την οποία δεν έκανε καμιά προσπάθεια να κρύψει.

Όταν έφτασε μπροστά στη βαριά πόρτα από σκούρο καφέ ξύλο με τη χρυσή ταμπέλα που έγραφε «Γραφείο Νομάρχη», είχε καταφέρει να ξαναβρεί την ανάσα του αλλά δεν μπορούσε ακόμη να ελέγξει τα ποτάμια του ιδρώτα που κυλούσαν σε μικρά αυλάκια σ’ όλο το πελώριο λιπαρό κορμί του. Την έσπρωξε παρά την άνοιξε, αγνόησε τη γκομενίτσα που έλεγε «Σας περιμένει κύριε Πάκο» και πέρασε στο καθ’ αυτό γραφείο του Νομάρχη.



«Που ‘σαι ρε Πάκο!» είπε χωρίς να σηκωθεί. «Να σου φέρει κάτι η Κλαίρη;» και δίχως να περιμένει απάντηση, φώναξε: «Κλαίρη! Παράγγειλε γλυκιά μου ένα φραπεδάκι για τον Πάκο κι ένα φρέντο καπουτσίνο για μένα». Δεν τον χώνευε τον Πάκο αλλά τον είχε ανάγκη. Τόσα χρόνια στη Νομαρχία, ήξερε «τα υπηρεσιακά» καλύτερα απ’ τον καθένα. Και τα καθαρά και τα βρώμικα. Δεν τον χώνευε αλλά ένοιωθε έναν απροσδιόριστο φόβο κάθε φορά που τον είχε απέναντί του. Όχι ότι είχε κάποια βάση ο φόβος αυτός. Υπήρχε όμως σαν απομεινάρι της εποχής που ως νεαρός μηχανικός είχε συναλλαγεί ουκ ολίγες φορές μαζί του. Κοίταξε την πλακέτα που βρισκόταν στην άκρη του γραφείου του. Το έκανε κάθε φορά που ήθελε επιβεβαίωση: «Ο Σύλλογος Απανταχού Αετομηλιτσιωτών, στο εκλεκτό τέκνο της, Νικάνορα Χωτίδη». Έσπρωξε το κουτί με τα χαρτομάντιλα προς το μέρος του Πάκου, έπνιξε έναν μορφασμό αποστροφής καθώς τα βλέμματά τους συναντήθηκαν και είπε: «Πάρε ανάσα, και πες τα μου απ’ την αρχή».

....

Το κεφάλι του γύριζε. Φώναξε την Κλαίρη ν’ ανοίξει τα παράθυρα και να σκουπίσει την βαριά πολυθρόνα με το μαύρο δέρμα από τα λίπη που άφησε πίσω του φεύγοντας ο Πάκος. Ήταν τόσο ανήσυχος που δεν έριξε ούτε μια ματιά στον κώλο της Κλαίρης όσο αυτή σκούπιζε επιμελώς την πολυθρόνα ούτε στα βυζιά της που ξεχείλιζαν απ’ το απύθμενο ντεκολτέ της. «Πήγαινε σπίτι» της είπε «Δεν θα σε χρειαστώ άλλο σήμερα».

Σήκωσε το ακουστικό και σχημάτισε σχεδόν βίαια ένα νούμερο. «Έλα Κώστα, τι κάνεις ρε; Που τον έχεις;… Καλά, άμα τελειώσουν, πες του πως τον θέλω, όπωσδήποτε…. Να σου πω ρε, εκείνος ο Ντίνας στην περιφέρεια, ρε… στη διαχειριστική, μπράβο … δικός μας είναι ρε;… οκέι… μην ξεχάσεις να του το πεις, ε; όπωσδηποτε» είπε, τονίζοντας τις τελευταίες λέξεις.
«Σε λίγες ημέρες θα δοθεί στη δημοσιότητα η τελική πρόταση για τον Καλλικράτη», ακούστηκε η φωνή της εκφωνήτριας από το ραδιόφωνο που έπαιζε κάπου στο χώρο. «Γαμώ τον Καλλικράτη σας, γαμώ» σκέφθηκε μεγαλόφωνα, «γαμώ τις μαλακίες σας». Έπρεπε να βιαστεί. Ήταν ήδη τρίτη τετραετία νομάρχης, μια ζωή. Είχε πια ξεχάσει να είναι οτιδήποτε άλλο. Έπρεπε να βιαστεί… Μέλλον στην πολιτική δεν είχε, για περιφερειάρχης, απ’ το κόμμα δεν του άφησαν καμιά ελπίδα, για δήμαρχος θα έπρεπε να δώσει μάχη. Η μόνη διέξοδός του ήταν αυτή. Έπρεπε να βιαστεί…

Πήγε στο σπίτι της μάνας του να μιλήσει. Φυλαγόταν πια. «Σιαμαντούρας; Έλα ρε. Ο Νικάνορας είμαι. Ο χοντρός δεν έβγαλε άκρη στην περιφέρεια. Έχει πέσει ο φάκελος σ’ έναν αρπαγμένο και δεν τον κουνάει… ούτε ο διευθυντής του δεν τολμά να τον αγγίξει. Ρε συ, δεν μπορείτε εσείς να πιάσετε τον περιφερειάρχη; Δικός σας είναι, δεν μπορείτε να βρείτε καμιάν άκρη; Κρίμα να χάσουμε τέτοια επένδυση…. Μπράβο ρε Τάκαρε, μπράβο ρε παλληκάρι μου. Κράτα με ενήμερο έτσι;» Έκατσε στη βεράντα που βλέπει στη θάλασσα, ήπιε μια γουλιά από τον σκέτο ελληνικό που του ‘φτιαξε η μάνα του, πλατάγισε τη γλώσσα κι άναψε τσιγάρο. Τράβηξε ρουφηξιά, φύσηξε κι απόμεινε να κοιτάζει τα συννεφάκια του καπνού… Δυόμισι εκατομμύρια ευρώ. Χαμογέλασε στη σκέψη και μόνο.

Όταν πέρσι τον Μάιο ο Τάκης ο Σιαμαντούρας – είχανε κάνει μια δουλειά μαζί πριν πολλά χρόνια και κρατήσανε μια τυπική επαφή – του έφερε τον Αυστριακό στη Νομαρχία ούτε που φανταζόταν την εξέλιξη. Τους μίλησε για νέες τεχνολογίες, για προβλήματα που ήθελαν λύση κι αυτός την είχε, για πατέντες και άλλες ιστορίες. Δεν έδωσε σημασία αρχικά αλλά στο όνομα της παλιάς γνωριμίας, φώναξε τον αρμόδιο αντινομάρχη και του ζήτησε να μαζέψει τους ενδιαφερόμενους να τους μιλήσει ο τρελλαμένος. Τις βαριότανε τις παπαριές για το περιβάλλον και τα ρέστα, αλλά τι να κάνει; Τούτοι, οι Ευρωπαίοι, πλήρωναν κι «Αφού θέλουν περιβάλλον, περιβάλλον θα τους δώσουμε, αρκεί να πάρουμε τα φράγκα να κάνουμε ανάπτυξη» έλεγε. Εκείνος ο λέρας, ο Πάκος, την έπιασε τη δουλειά. Μετά την, αποτυχημένη κατά τον αντινομάρχη, σύσκεψη, ο χοντρός ζήτησε να τον δει. …

Παρασκευή, 2 Απριλίου 2010

Κύριε Παπαχελά, φαίνεται ο πόλος σας

Έχουν ακουστεί τα μύρια όσα αυτές τις μέρες με αφορμή το θάνατο του 15χρονου παιδιού από την βόμβα των ανόητων. Να σταθώ σε δύο - τρία πράγματα. Ήμουν εξ αρχής υπέρ της απλής και απερίφραστης καταδίκης της πράξης. Ήμουν εξ αρχής υπέρ της διαδήλωσης από την ελληνική κοινωνία κατά της βίας. Χωρίς υποσημειώσεις και παραπομπές που θα μπορούσαν να αλλοιώσουν το νόημα και το μήνυμα αυτής της διαδήλωσης.

Πολλοί είναι αυτοί που τούτες τις μέρες στάθηκαν στο κέντρο των γεγονότων και της πολιτικής σκηνής και είπαν όσα κι εγώ. Πολλοί, οι περισσότεροι, δεν μπόρεσαν απλά να διαδηλώσουν την αντίθεσή τους στη βία αλλά ένοιωσαν την ανάγκη να πουν και το κάτι τις παραπάνω: «σας τα ‘λεγα εγώ», «που είναι οι ευαίσθητοι», «η κοινωνία φταίει» κ.ο.κ. Ανάλογα από ποια μεριά κοιτά ο καθένας προς το κέντρο, άκουγες το δεξί ή αριστερό μακρύ και κοντό. Βοήθησε σε τίποτα αυτό; Είναι βέβαιο πως όχι. Εξακολούθησε να πολώνει και να παγιώνει καταστάσεις και να τρέφει απάτες, στρεβλώσεις και αγκυλώσεις. Είναι χαρακτηριστικά αυτά που ακούσαμε οι καμιά εικοσαριά που μαζευτήκαμε την Τρίτη το βράδυ στην πλατεία της Λάρισας:

«Τι συμβαίνει εδώ;» «Να ρε, διαδηλώνουν για τα θύματα της αστυνομικής βίας»
«Μου άρεσε η πρόσκληση και ο σκοπός αλλά φοβήθηκα μην ακούσω τίποτα εθνικιστικά παραληρήματα»


Δεν ξέρω γιατί θα πρέπει να επανέρχομαι συχνά πυκνά να εξηγώ τα αυτονόητα: Έχω πει ότι η βία δεν είναι η απάντηση όποια κι αν είναι η ερώτηση. Αυτό δεν σημαίνει ότι η αστυνομία (ελληνική ή όποιας άλλης χώρας) έχει θεϊκές ιδιότητες και χαρακτηριστικά και την αφήνουμε ανέγγιχτη ως ιερή αγελάδα να δρα για το καλό μας. Φυσικά και ελέγχεται αυστηρά (αυστηρότερα από άλλους θεσμούς γιατί συγκεντρώνει πολλές εξουσίες). Φυσικά οι μπάτσοι είναι γουρούνια αλλά δεν είναι μπάτσοι όλοι οι αστυνομικοί. Φυσικά και τα όρια σε τέτοιους ορισμούς είναι υποκειμενικά αλλά αυτό δεν είναι το θέμα μπροστά σε έναν νεκρό. Έχω πει ότι κανένας δεν δικαιούται να τιμωρεί όποιον νομίζει ένοχο για κάτι. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι όσοι υπήρξαν θύματα τρομοκρατικών ενεργειών είναι ένοχοι ή αθώοι. Απλά, το δικαίωμα να δικάζει και να επιβάλει ποινές το έχουμε παραχωρήσει ως κοινωνία στα δικαστήρια και όχι σε πέντ’ έξι αυτόκλητους δικαστές και δήμιους ταυτόχρονα.

Η καταδίκη της βίας σ’ ένα πολιτικό σύστημα που σέβεται τα στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα και που δίνει την ευκαιρία ελέγχου και αλλαγής των κανόνων μέσα από γνωστές διαδικασίες, πρέπει να είναι δεδομένη. Από εκεί όμως μέχρι να ζητείται η έμμεση καταδίκη του Άρη Βελουχιώτη η απόσταση είναι τεράστια. Διότι ο Βελουχιώτης έδρασε κατά των Γερμανοιταλών κατακτητών και των συνεργατών τους και όχι κατά ενός πολιτικού συστήματος σαν αυτό που περιέγραψα παραπάνω. Μπορεί να μην αρέσει σε κάποιους αλλά αυτό είναι δικό τους πρόβλημα και δεν θα το κάνουν δικό μας.

Τα παραπάνω, γράφτηκαν με αφορμή ΚΑΙ ένα άρθρο του κ. Παπαχελά στην Καθημερινή. Είναι γνωστό βέβαια σε ποιόν πόλο πατά ο κ. Παπαχελάς και κοιτάζει από εκεί τα πράγματα. Το κακό γι’ αυτόν είναι πως όσο ψηλά κι αν ανεβεί, ο πόλος του φαίνεται…

Πέμπτη, 1 Απριλίου 2010

Στο όνομα της αγάπης....


 Το παρακάτω κείμενο το βρήκα σαν σχόλιο σε ανάρτηση στο facebook. Η ανάρτηση αναφερόταν στη συνέντευξη του πατέρα του 15χρονου που σκοτώθηκε στα Πατήσια. Με συγχωρείτε για τη σύνταξη και την ορθογραφία, τα κράτησα όπως ήταν.  Με συγχωρείτε ΚΑΙ για το περιεχόμενο.

"Ο Θεός να αναπαύσει την ψηχή του πεθαμένου όμως να πείτε στον εισβολέα πατέρα ότι εκείνος φταιέι για όλα και ότι είναι εγγληματίας επειδή εκείνος έχει όλη την ευθύνη όταν πηγαίνει τα παιδιά του κάπου που δεν ξέρει πως είναι σα χώρα αλλά και που δεν τον θέλουν και τα αληθινά χριστιανόπυλα ελληνόπουλα δεν είναι υποχρεωμένα ούτε να τον έχουν στην γή τους καταπατητή ανεπυθύμητο, βρωμιάρη, και να τους χαλάει τη ζωή, και να μοιράζονται μαζί του χωρίς να του χρωστούν τίποτα φαί, πατρίδα και νοσοκομεία. Ευχόμσαστε να δει και το κοριτσάκι και να συλληφθεί ο τρομοκράτης αλλά μετά να φύγουν και να μην καταπατούν να μάθουν να μην ενοχλούν τους άλλους στα πατρικά τους σπίτια. Ο Θεός αγαπάει τον κλεφτη αλλα και το νοικοκύρη. Η Αβγανή μάνα πόσο αλήτισα και άκαρδη στο ίδιο το αίμα της είναι; Πως έκανε παιδιά αφού δεν έχει ουτε πατρίδα ούτε καν να τα ταίσει; Όταν κάνεις παιδιά είσαι υποχρεωμένος να τα ταίζεις εσύ ή να μπαίνεις φυλακή άμα δεν έχεις ευθύνη. Αυτό είναι αλητία να ζητάς γή και φαι και πατρίδα ξένων παιδιών που οι γονείς τους δούλεψαν και ήταν τίμιοι όταν αποφάσιζαν να κάνουν παιδιά. Oταν κάνεις ατιμίες και θέλεις οι άλλοι να βαρύνονται με τα δικά σου προβλήματα και πάς να κλέψεις του αλλου το σπίτι και το φαί των παιδιών που έχουν καλούς γονείς τότε ο Θεός σε καίει. Στο κάτω κάτω να κατηγορήσει τον εαυτό του και την ατυχία του. Κρεμάλα σε όλους τους άτιμους γονείς που φέρνουν στον κόσμο αθώα παιδιά και τα αφήνουν με την αχρηστοσύνη τους να πεινούν αφού δεν ή τα στέλνουν στα φανάρια για να φάνε εκείνοι, ή ακόμη χειρότερα τα πηγαίνουν σε μέρη άγνωστα και σκοτώνοται ουσιαστικά απο το δικό τους χέρι. Τα παιδιά δεν φταίνε τέτοιοι γονείς όμως θέλουν κρεμάλα. Καταδίκη ακόμη και στους έλληνες γονείς που βάζουν σε κίνδυνο τα παιδιά τουσ. Κρεμάλα και στον δολοφόνο και στους άτιμους γονείς. Υγεία και φώς στο κοριτσάκι να μην τυφλωθεί και να δωθεί ηια υιοθεσία στο Αβγανιστάν, προστατεψτε τα παιδιά. Ο γονιός λογοδοτεί στο Θεό"

Αυτός ο χείμμαρρος μίσους, από που πηγάζει άραγε; Σε τι περιβάλλον, με ποιές αρχές, ποιές διαδαχές μεγάλωσε το πρόσωπο που έγραψε τα παραπάνω; Ποιο εκπαιδευτικό σύστημα δημιούργησε αυτό το υπόβαθρο; Πόσα σωρευμένα λάθη έγιναν και από ποιούς για να βγεί αυτό το αποτέλεσμα; 


Πόσο μίσος τελικά μπορεί να παραχθεί στο όνομα της αγάπης;